21 Απρ 2017

Παΐσιος εναντίον...Λένιν

Παΐσιος εναντίον...Λένιν. Ο αγιοποιηθείς αγιορείτης μοναχός είναι ο πλέον δημοφιλής Άγιος σήμερα στη Ρωσία. Τρία εκατομμύρια βιβλία για τη ζωή του έχουν πουληθεί και γυρίστηκαν εφτά κινηματογραφικές ταινίες.

της Σοφια Προκοπίδου

“Στο γιο μας δώσαμε το όνομα Αρσένιος, στη μνήμη του Αγίου Παϊσιο , που τον αγαπάμε πολύ. Διάβασα όλα τα βιβλία με το λόγο του!”, λέει η Νάντια Τουσινάϊτε, πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικής Βοήθειας του Αγίου Παϊσιου Αγιορείτη, στο χωριό Μπάρκοβο, της περιοχής Πούσκιν που βρίσκεται 50 χιλιόμετρα μακριά της Μόσχας.
Ο γιος της Νάντια γεννήθηκε με προβλήματα στην ακοή και την ομιλία. “ Σοκαριστήκαμε όταν μάθαμε ότι ο Αρσένιος μας είναι κωφάλαλος, μετά μου ήρθε η ιδέα να ιδρύσω στην ενορία της εκκλησίας μας, του Προφήτη Ηλία, ένα Κέντρο στο όνομα του Αγίου Παϊσιου για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες που θα έχει ως ύμνο του το ελληνικό τραγούδι “Ελένη”, της Άννας Βίσση!”
Η Νάντια, όπως και πολλοί άλλοι γονείς με ανάλογες περιπτώσεις, στη Ρωσία, πιστεύουν, ότι μέσω των προσευχών στον άγιο Παϊσιο ο θεός μπορεί να θεραπεύσει τον Αρσένιο και όλα τα παιδιά που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες..
Συναντήσαμε τη Νάντια στο Κέντρο ανήμερα μια ημερίδας στη μνήμη του Άγιου Παϊσιου, που πραγματοποιήθηκε στις 26 Μαρτίου, στο κέντρο της Ρωσικής Ορθοδοξίας, τη Λαύρα του Οσίου Σεργίου, στο Σέργκιεφ Ποσάντ. 
Σε αυτή την “Μέκκα” της ρωσικής ορθοδοξίας, το πρώτο που αντικρίζει ο επισκέπτης, είναι το άγαλμα του Οσίου Σεργίου Ροντονέζκι, ενός από τους πρώτους Ρώσους που αγιοποιήθηκαν, στην πλατεία έξω από τα τείχη της Λαύρας.

Σε απόσταση λίγων μέτρων μακριά, μπροστά στο ξενοδοχείο “Παλιά Λαύρα”, πίσω από δέντρα και μέσα από φυλλωσιές “κρυφοκοιτάζει” τους προσκυνητές ο... Λένιν. Στη δίμετρη βάση της προτομής του Βλαδίμιρ Ιλις Ουλιάνωφ έχει υπογραφή με μεγάλα κεφάλαια γράμματα: “ΛΕΝΙΝ”.
Ωσάν ο γλύπτης του να είχε προβλέψει, ότι θα έρθουν καιροί που οι Ρώσοι, με πρώτους τους νέους, δεν θα αναγνωρίζουν φυσιογνωμικά τον ηγέτη που άλλαξε τον κόσμο.

Ο μπολσεβίκος ηγέτης άθεος ο ίδιος, αλλά “θεός” για εκατοντάδες εκατομμύρια “πιστούς” του διαλεκτικού υλισμού στην Σοβιετική Ένωση και στον υπόλοιπο πλανήτη , ο διώκτης του “οπίου του λαού” που αφάνισε ναούς και θρησκείες, “βλέπει” τώρα τους Ρώσους να διαβαίνουν κατά χιλιάδες ευλαβικά για προσκύνημα την πύλη της Μονής Λαύρας.
Παϊσιος εναντίον...Λένιν. Ήταν ο λενινισμός η επίσημη “θρησκεία” των Ρώσων, επιβεβλημένη άνωθεν, επί εβδομήντα και κάτι χρόνια, είναι τώρα ο χριστιανισμός στην ορθόδοξή του εκδοχή, μηδέποτε ξεριζωμένος πάντως, από την συνείδηση του Ρώσου πιστού, που “πυρπολεί” μέσω της ραγδαίας διάδοσης των μηνυμάτων του Παϊσιου, την ψυχή του.
Τώρα star είναι στη Ρωσία ένας αγιορείτης μοναχός, ο Έλληνας Άγιος (πλέον) Παϊσιος,. Τα βιβλία με τους λόγους του και την ασκητική ζωή του του σαρώνουν εκδοτικά. Μέχρι τώρα έχουν πουληθεί περισσότερα από τρία εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ έχουν γυριστεί...εφτά κινηματογραφικές ταινίες και ετοιμάζεται και μια όγδοη.
Οι Ρώσοι, όμως, δεν θέλουν (κάποιοι εξακολουθούν και να τον νοσταλγούν) να ξεχάσουν και τον Λένιν.

Τον διατηρούν (οι παλαιότεροι) στη μνήμη τους, τον “προσκυνούν” όσοι το επιθυμούν, μουμιοποιημένο στην Κόκκινη Πλατεία, αλλά και σε...μπρούτζινη μορφή αγαλμάτων ανά την αχανή επικράτεια .
“Η προτομή δεν μεταφέρθηκε, δεν καταστράφηκε γιατί ανήκει πλέον στην ιστορία”, μας εξηγεί ένας περαστικός μοναχός, κάνοντας τον σταυρό του υπέρ της σωτηρίας της ψυχής Λένιν: “Ο Θεός να τον αναπαύσει!”, λέει. Ένας μοναχός προσεύχεται για τον....Λένιν.
Αλλά ο Παΐσιος είναι μακράν ο πιο δημοφιλής Άγιος. Κατά χιλιάδες συρρέουν οι Ρώσοι πιστοί για προσκύνημα έξω από την Θεσσαλονίκη όπου είναι ενταφιασμένος ο Παϊσιος, κυκλοφορούν αναρίθμητες ιστορίες και μαρτυρίες γύρω από την ζωή και τις προφητείες του.
“Κάποτε ένας Ρώσος προσκυνητής ρώτησε τον γέροντα Παϊσιο, πως βλέπει τη Ρωσία και εκείνος του απάντησε: “Βλέπω πολύ φως!. Του άρεσε ο ρωσικός λαός, γατί , έλεγε, έχει μέσα του την ταπεινότητα ”, λέει ο πατήρ Μεθόδιος για τον Παϊσιο τον οποίο γνώριζε προσωπικά.
Ο Ρώσοι δείχνουν να εμπνέονται από τον αγιορείτη Άγιο, αισθάνονται να τους δίνει ελπίδα, πιστεύουν ότι κάνει θαύματα.
“Όταν ήρθα από τη Αθήνα στη Μόσχα, δεν περίμενα τόση ευλάβεια”, λέει ο 26χρονος σπουδαστής της Ακαδημίας του Πατριαρχείο Μόσχας, Κωνσταντίνος Μπαϊρακτάροβ. “Ο Παϊσιος είναι ένας σύγχρονος άγιος, που πρόλαβε και το κινητό τηλέφωνο, αλλά έχει πολλά κοινά με τον Όσιο Σέργιο Ροντονέζκι που ζούσε το 15ο αιώνα. Με τόση αγάπη ο Παϊσιος είναι ο προστάτης της φιλίας των δυο λαών μας” , τονίζει ο Κωνσταντίνος, παιδί παλιννοστούντων ομογενών Ποντίων από το Καζακστάν, που μεγάλωσε στην Αθήνα και από μικρός πήγαινα στην εκκλησιά της Παναγίας Σουμελά Αχαρνών. “Φοιτώ εδώ στην Ακαδημία. Βοηθώ τους συμφοιτητές μου στην ελληνική γλώσσα, αλλά σκοπεύω να γυρίσω Ελλάδα”, λέει.

Ο “απόστολος” του Παϊσιου στη Ρωσία, ο Ηγούμενος Κυπριανός , πρόεδρος του Ιδρύματος Διάσωσης του Πνευματικού και Ηθικού Πολιτισμού “Αγία Σκεπή” (Ποκρόφ), έκανε γνωστό ότι, μαζί με το Δήμο Κόνιτσας, φέτος το καλοκαίρι προγραμματίζει τη διοργάνωση της εβδομαδιαίας συνάντησης νέων, με σκοπό τη δημιουργική περιγραφή του βίου του Αγίου Παϊσιου, σε κείμενα, φιλμ, αλλά και ζωγραφική”, λέει.
“Αυτές τις ήμερες μεγάλης της Σαρακοστής με τη συμμετοχή Ελλήνων και Ρώσων ομόφωνα ψηφίσαμε το πενταετή διεθνές πρόγραμμα, με τίτλο “Μοναχός Παϊσιος Αγιορείτης. Δοξολογία και Εκπαίδευση”. Είναι χαρά ιδιαίτερη ότι στην Κόνιτσα, την πατρίδα του Αγίου Παΐσιου, για τρίτη φορά θα διοργανώσουμε εκδηλώσεις για το έργο και τη ζωή του”.

Ώρα περισυλλογής για το Ρωσικό λαό

"Είναι η ώρα περισυλλογής για το Ρωσικό λαό. Εμείς οι πιστοί δεν καλούμαστε να μάθουμε για τον Θεό, αλλά να είμαστε μαζί του, έτσι και με τον Άγιο Παϊσιο. Ο σκοπός δεν είναι μόνο να μάθουμε περισσότερα για τη ζωής του, αλλά να είμαστε μαζί του, να πατήσουμε στο μονοπάτι του Έλληνα αγιορείτη, του Άγιου Παϊσιου, που άνοιξε στο χριστιανικό κόσμο ένα νέο παράθυρο στο Θεό", είπε στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο Αρχιεπίσκοπος Βερεϊσκι και πρύτανης επί 20ετία της Πνευματικής Ακαδημίας Μόσχας, Ευγένιος (κατά κόσμο Βαλέριος Ρεσέτνικοβ).
“Ο νέος Άγιος Έλληνας έδωσε στον σύγχρονο άνθρωπο μια ελπίδα σωτηρίας. Δεν είναι τυχαίο πως αγαπιέται πολύ στη Ρωσία”, επαναλαμβάνει ο ηγούμενος Κυπριανός (κατά κόσμο Βλαντίμιρ Γιάτσενκο), πρόεδρος του Ιδρύματος διαφύλαξης των πνευματικών και ηθικών αξιών της Ρωσίας “Πακρόφ” (Αγία Σκέπη), που διοργάνωσε την Ημέρα μνήμης του Αγίου Παϊσίου, στα έδρανα της Πνευματικής Ακαδημίας του Πατριαρχείο Μόσχα και πάσης Ρωσίας.

Ο Ρώσος αγιορείτης Τίχων – πνευματικός του Αγίου Παϊσιου

Την εκδήλωση μνήμης του Αγίου Παϊσίου, τίμησε ο υπουργός Δικαιοσύνης της Ρωσίας, Αλέξανδρος Κονοβάλοβ, που παρουσίασε το βιβλίο, στην ρωσική γλώσσα, για τον Ρώσο γέροντας αγιορείτη Τίχωνα, τον πνευματικό του Αγίου Παίσιου.
“Η σημερινή αναγέννηση της Ρωσίας μπορεί να γίνει μόνο με την επιστροφή στις αιώνιες πνευματικές πηγές, στις οποίες το Άγιο Όρος, ο γέροντας αγιορείτη Τίχωνας και ο Άγιος Παϊσιος κατέχουν μία από τις πιο σημαντικές θέσεις”, τόνισε ο Ρώσος υπουργός . Οι πνευματικοί δεσμοί Ρώσων και Ελλήνων είναι βαθιά ριζωμένοι στην ιστορία των δυο χωρών, αλλά οι δεσμοί είναι και ανθρώπινοι, πνευματικοί. Η νέα έκδοση του βιβλίου για τον παπά - Τίχωνα, κατά κόσμον Τιμόθεο Γκολεγκώφ , του πνευματικού του γέροντα Παϊσιου, έρχεται να αναδείξει, ακόμα μια φορά, τους δυνατούς αυτούς δεσμούς. Ο γέροντας Τίχων, γεννήθηκε το 1884 στη Ρωσία. Από μικρός αισθάνθηκε τη μοναχική κλήση, πήγε, προσκύνησε τους Αγίους Τόπους και εν συνεχεία ήρθε στο Άγιον Όρος. Κλείνοντας την παρουσίαση του βιβλίου ο πρύτανης της Πνευματικής Ακαδημίας Μόσχας, Ευγένιος, παρατήρησε: “Πριν χρόνια σε καμιά περίπτωση δεν θα βλέπαμε κυβερνητικά στελέχη σε θρησκευτικές εκδηλώσεις , εκτός αν ήταν για την ειρήνη στον κόσμο. Σήμερα άλλαξαν οι εποχές, και διαπιστώνω πως ο ρόλος της θρησκείας και της πίστης βρήκε την πρέπουσα αναγνώριση της κυβέρνησής μας”.

Η ελληνομάθεια - πηγή έμπνευσης στο Μοναστήρι της Λαύρας


“Τα ελληνικά τα λατρεύω, ειδικά την αρχαιοελληνική γλώσσα!”, λέει με ενθουσιασμό στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο ηγούμενος Διονύσιος και μας οδηγεί στην μυθική βιβλιοθήκη της Λαύρας.
“Εδώ μεταφράζω προς τη ρωσική τα θρησκευτικά θεολογικά ελληνικά βιβλία. Χωρίς την ελληνική γλώσσα δεν γίνεται να υπάρχουμε! Είναι πηγή βαθιάς γνώσης της ψυχής και του πνεύματος”, τονίζει στη συνέντευξη ο πατήρ Διονύσιος και συμπληρώνει : “Άλλοτε από το ελληνικό πνεύμα ξεκίνησε η Ακαδημία”.
Οι αδελφοί Ιωαννίκιος (κατά κόσμον Ιωάννης) και Σωφρόνιος (κατά κόσμον Σπυρίδων) Λειχούδη, έχουν συνδεθεί άρρηκτα με την πνευματική αναγέννηση της Ρωσίας, καθώς υπήρξαν οι ιδρυτές και οι πρώτοι δάσκαλοι της Σλαβο - γραικο-λατινικής Ακαδημίας της Μόσχας (1685μΧ), του πρώτου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της Ρωσίας. Δίδαξαν αρχαία ελληνικά και λατινικά, αλλά και νέα ελληνικά και ιταλικά, θεμελίωσαν τις ανθρωπιστικές σπουδές και συνέγραψαν τα πρώτα εγχειρίδια. Ουσιαστικά μετέφεραν στη Ρωσία το ιδεώδες της ευρωπαϊκής Αναγέννησης, ενώ υπερασπίστηκαν με επιμονή την ορθόδοξη πίστη απέναντι στους καθολικούς και προτεστάντες.
Αλλά, πολύ νωρίτερα ο Θεοφάνης, αποκαλούμενος ο Γραικός, ή ο Έλληνας σε αυτά τα μέρη, έγινε δάσκαλος του μεγάλου Ρώσου αγιογράφου Αντρέι Ρουμπλιώφ, δημιουργώντας στη Ρωσία δική του σχολή αγιογραφίας. Το πιο σημαντικό τέμπλο της Λαύρας φιλοτεχνήθηκε από τους διάσημους Αντρέι Ρουμπλιώφ και Δανιήλ Τσέρνιγι. Ειδικά για αυτό το τέμπλο ο Ρουμπλιώφ ζωγράφισε την περίφημη εικόνα “Η Αγία Τριάδα”.


Η Ρωσία επιστρέφει στην Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική

“Τα ελληνικά δεν είναι μόνο η γλώσσα της Θείας Λειτουργίας, τελευταία χρόνια στη Μονή μας αναπτύσσουμε τη βυζαντινή ψαλμωδία. Αυτό γίνεται και σε άλλες Μονές της Ρωσίας. Έτσι, μετά από τριακόσια περίπου χρόνια, η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία επιτέλους επιστρέφει στη βυζαντινή ψαλμωδία. Η πολύ όμορφη ρωσική εκκλησιαστική μουσική ήταν γραμμένη - με εντολή του Μεγάλου Πέτρου - από συνθέτες κοσμικούς σε στιλ όπερας, μπαρόκ…”, λέει ο ηγουμένους Διονύσιος.
Την ανάγκη της επιστροφής στη Βυζαντινή μουσική είχε εκφράσει το 1996 ο παγκοσμίως γνωστός τσελίστας, Μστισλάβ Ροστροπόβιτς (1927-2007), που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για μια συναυλία με την Ευρωπαϊκή Ορχήστρα Νέων. Σε αποκλειστική συνέντευξη στο Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων έχει πει: “Η ρωσική εκκλησιαστική μουσική μπορεί να είναι πολύ όμορφη και οι πολυφωνικές χορωδίες να μας ταξιδεύουν, αλλά είναι ανθρώπινη μουσική για ανθρώπους. Τη μουσική που “ακούει” ο ίδιος ο Θεός, η θεϊκή μουσική είναι μόνο η βυζαντινή!”.

Ο βίος του Γρηγορίου Παλαμά στην ρωσική γλώσσα

Στη Λαύρα ήρθε καλεσμένος για την Ημέρα μνήμης του Αγίου Παϊσιου και ο πανοσιολογιότατος αρχιμανδρίτης, προϊστάμενος της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, Μεθόδιος Αλεξίου, που γνώριζε προσωπικά τον γέροντα Παϊσιο. Έφερε μαζί του δυο γράμματα, που είχε λάβει από τον Παϊσιο το 1970 και το 1971, το σκουφάκι του γέροντα, και το ξύλινο εικόνισμα με σταυρό που είχε κατασκευάσει για την μητέρα του, Σοφία. «Δεν περίμενα να συναντήσω στη Ρωσία τόση δίψα για τον Άγιο Παίσιο. Είδα πως ήθελαν να τον πλησιάσουν, να έρθουν πιο κοντά, να νιώθουν αμεσότητα μέσω τον αντικειμένων που έφερα.”, λέει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο πατήρ Μεθόδιος. “Ο Ρωσικός λαός έχει την δυνατότητα να διαπρέπει στο έργο θεϊκό, τότε θα έχει μεγάλη ευλογία από αυτόν”, συμπληρώνει. Ο ίδιος έχει συντάξει και επιμεληθεί το βιβλίου για βίο του Γρηγορίου Παλαμά, που μεταφράστηκε στην ρωσική γλώσσα, από τον Ρώσο ιερομόναχο Παντελεήμονα, “Οι πιστοί μας θέλουν να γνωρίζουν περισσότερους άγιους αγιορείτες”, λέει ο Παντελεήμονας. Ο εκδότης του ρωσικού οίκου “Άγιος Όρος” - “Святая Гора» , Ίγκορ Κβάρταλοβ, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ υπογράμμισε πως το ενδιαφέρον για τα βιβλία με βίο των αγίων κάθε χρόνο αυξάνεται αισθητά. “Τρία εκατομμύρια τεύχη βιβλίων με το λόγο του Αγίου Παϊσιου πουλήθηκαν πολύ γρήγορα, ενώ τα βιβλία για βίο άλλων Ελλήνων Αγίων εκδόθηκαν σε 150.000 τεύχη και είναι ανάρπαστα”.

Θρησκευτικός τουρισμός στη Ρωσία με… Κινέζους


Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, επιμένει ότι “η Ρωσία μετά την πυρηνική της ασπίδα έχει ως ασπίδα την ορθόδοξη πίστη της”. Στη σημερινοί Ρωσία ενισχύονται τα θρησκευτικά ορθόδοξα κέντρα, όπως η Λαύρα του Οσίου Σεργίου, που προσελκύει εκατομμύρια επισκεπτών και προσκυνητών από όλη την επικράτεια της Ρωσίας αλλά και του κόσμου.
Ένα μεγάλο κύμα τουριστών – προσκυνητών έρχεται από τη Κίνα. Μια Κινέζα με το ρωσικό όνομα Αναστασία, είναι φοιτήτρια στη Μόσχα, στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ και στον ελεύθερο χρόνο εργάζεται ως συνοδός των γκρουπ.
“Το αληθινό μου όνομα δύσκολο προφέρεται, για αυτό το άλλαξα..” μας λέει με χαμόγελο. Κάθε μέρα καταφτάνουν στη Μόσχα πάνω από 30 γκρουπ τουριστών από τη Κίνα και περίπου τα μισά από αυτά επισκέπτονται την Λαύρα του Οσίου Σεργίου. Η εικοσιπεντάχρονη Κινέζα Αναστασία, δείχνει τις πινακίδες: “Βλέπετε ήδη παντού μπήκαν υπογραφές στα κινέζικα! Οι Κινέζοι στη Ρωσία επισκέπτονται το Μοναστήρι της Λαύρας που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορία του ρωσικού κράτους”, λέει. Πράγματι, ο ζυγός των Τατάρων, οι Αντρέι Ρουμπλιώφ και Ντμίτρι Ντονσκοϊ, η ονομασία μεταξύ Περεσβετ και Τσελούμπεϊ, οι Μίνιν και Ροζχάρσκι, ο Πέτρος ο Α’ και  ο Σάββας Μόντοφ, όλα αυτά γεγονότα και υπέροχοι άνθρωποι, σχετίζονται με την πόλη Σεργκιέφ Ποσάντ. Το υπέροχο μοναστηριακό συγκρότημα περιλαμβάνει περισσότερα από 50 κτίρια και ναούς που είναι σχεδιασμένα και διακοσμημένα από τους καλύτερους δασκάλους της περιόδου από τον XV έως XIX αιώνα. Από το 1993 η αρχιτεκτονική της Αγίας Τριάδος - Αγίου Σεργίου Λαύρας - ανακηρύχθηκε μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO..



Λεζάντες:

Νάντα Τουσινάϊτε,  Πρόεδρος του Κέντρου κοινωνικής βοήθειας του Αγίου Παϊσιου Αγιορείτη, στο χωρίο Μπάρκοβο.
2.Μπροστά στο ξενοδοχείο «Παλιά Λαύρα», πίσω  από δέντρα «κρυφοκοιτάζει» ο Λένιν.
Το άγαλμα του Οσίου Σεργίου Ροντονεζκ, στην πλατεία έξω από τα τοίχοι της Λαύρας.
.Ο Αρχιεπίσκοπος Βερεϊσκι, πρύτανης της Πνευματικής Ακαδημίας Μόσχας, Ευγένιος (κατά κόσμο Βαλέριος Ρεσέτνικοβ)
Στο γραφείο του πρύτανη της Πνευματικής Ακαδημίας Μόσχας, Ευγένιο.

Ο ηγουμένους ιερομόναχος Διονύσης και μας οδηγεί στην μυθική  βιβλιοθήκη της Λαύρας.

Στο ναό της Αγίας Σκεπής της Λαύρας

Η Λαύρα

Φοιτητές της Ακαδημίας μαζί με τον πάτερα Μεθόδιο μετά την Ημερίδα

Ο «απόστολος» του Παϊσιου  στη Ρωσία, ο Ηγούμενος Κυπριανός, Πρόεδρος του Ιδρύματος «Πακρόφ»
-
10 Τα γράμματα, το σκουφάκι ο ξύλινος σταυρός του Αγίου Παϊσιου στη Ρωσία. 


25 Δεκ 2016

Η Ωραία και το Τέρας





Όταν συναντάμε τα αληθινά παραμύθια στη ζωή, νιώθουμε άβολα , δεν τα πιστεύουμε… Το Παραμύθι το θέλουμε εκεί, στα Παραμύθια, στην παράλληλη ονειρική ζωή μας, σα να μην αντέχουμε την παραμυθένια ζωή.
Ο ήρωας μου είναι ένας Άγγελος. Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Άγγελο. Ήταν παραμορφωμένος στο σώμα και το πρόσωπο, ήταν Τέρας. Αλλά η σκέψη του ήταν καθαρή, και ο λόγος του στρωτός, και όπως αναλογεί σε έναν Άγγελο , είχε φτερά! Για τους ανθρώπους, φυσικά, τα φτερά ήταν αόρατα. Αλλά ακόμα αν και ήταν αφανή, φαινόταν πως δεν ήταν πληγωμένα σαν τον ίδιο.
Η Ωραία αγάπησε τον Τέρας και το Τέρας έγινε πρίγκιπας … και έζησαν αυτοί ευτυχισμένα! Μέχρι που ο Άγγελος πέθανε. Το περίμενε, γιατί οι γιατροί του είπαν ότι η αρρώστια του δεν θεραπεύεται και ότι το παραμορφωμένο πρόσωπο και το στραβό σώμα αντανακλά ότι γίνεται μέσα του, με τα ζωτικά όργανα, τα οποία κάποια στιγμή δεν θα αντέξουν… Η βαριά μορφή της νόσου είχε και το όνομα της που ήταν δύσκολο: Ρεσκλινγχαουσέν. Ο όγκος μεγάλωνε με τα χρόνια και σκότωνε τον Άγγελο που ήξερε ότι κάποια στιγμή θα φύγει.
Την ώρα που έφευγε ήταν 34 χρόνια ζωής, αλλά είχε προλάβει να γεννήσει τρία αγόρια. Είχε κουραστεί και αισθανόταν σαν να έζησε ολόκληρο αιώνα. Φώναξε τη γυναίκα του, την Ξένια. Στην αγκαλιά της ήταν το τρίτο τους αγόρι, το βρέφος σαράντα ημερών. Η Ξένια έκλαιγε ασταμάτητα και στέγνωνε το πρόσωπο της με το φανελάκι του μωρού, που θα έπαιρνε το όνομα του πατέρα του- Άγγελος.
Ο Άγγελος λυπόταν μόνο την Ξένια. «Μα εγώ πρόλαβα όλα όσα ήθελα να κάνω, έλεγε. Είσαι όμορφη, θα ήθελα να βρεις έναν άντρα να παντρευτείς αλλά τα αγόρια μας να με θυμούνται ως πατέρα του. Δεν θα με πειράζει να αγαπούν και τον άνδρα σου! Στα παιδιά θα λες ότι μετακόμισα στον ουρανό. Εκεί είναι όλα περίπου σαν στη Γη, αλλά ακόμα καλύτερα, θα τους εξηγήσεις. Άγγελο δεν με λένε; άρα εκεί είναι η πατρίδα μου. Θα μένω τώρα στον ουρανό και θα τους βλέπω από κει και θα τους βοηθάω από κει. Μέχρι που να μεγαλώσουν και θα καταλάβουν, πως δεν θα γυρίσω πια. Μην τους φέρνεις στην κηδεία μου. Να μην με βλέπουν στο φέρετρο!», συνέχιζε να δίνει εντολές, σαν να πήγαινε σε ένα μακρινό ταξίδι με επιστροφή.
Η Ξένια ξέσπασε σε λυγμούς. Άφησε το μωρό σε διπλανό κρεβάτι του θαλάμου και τον αγκάλιασε. Έβγαλε από το πρόσωπα του την μάσκα του και άρχισε να τον φιλάει. Το παραμορφωμένο πρόσωπο του Άγγελου δεν έμοιαζαν πια με ανθρώπινο, Σα να ήταν φτιαγμένο από γλύπτη για να εκφράσει τη φρίκη της ασχήμιας…
Τον φιλούσε και τα δάκρυα της χύθηκαν στο στόμα του. Ο Άγγελος κατάπιε τα αλμύρα δάκρυα που κατέβηκαν κάτω στο λαρύγγι του. Του ήρθε μια ευχαρίστηση, μια γαλήνια ευτυχία, μια γλυκιά αγάπη κατέλαβε το σώμα και την ψυχή του… Έφυγε ήσυχα .
Την ίδια ώρα το μωρό έκλαψε. Η Ξένια σηκώθηκε να το πάρει αγκαλιά και μόλις τότε κατάλαβε πως ο Άγγελος δεν αναπνέει πια. Μέσα στο κλάμα της έχασε τη στιγμή της φυγής του…Βούτηξε το πρόσωπο της στο παιδί της για να μην ακούγεται δυνατά το κλάμα της.
Ήρθε ο γιατρός: «Κορίτσι μου, μη στενοχωριέσαι, ο άνδρας σου έζησε παραπάνω από όσο μπορούσε. Όλα θα πάνε καλά! Έχεις να μεγαλώσεις τρία παιδιά! Ζωή σε σας!»
Τον γιατρό τον έλεγαν Απόστολο και στα πενήντα πέντε του ήταν ακόμα ένας εργένης. Τον Άγγελο είχε γνωρίσει από παλιά, όταν για πρώτη φορά ήρθε να εξεταστεί για το επίδομα αναπηρίας.
«Τον αγαπούσα !» φώναξε η Ξένια
«Το ξέρω!» είπε ο γιατρός.
Ο Άγγελος γεννήθηκε με την ασχήμια του. Δεν ήξερε πώς θα ήταν, αν ήταν κανονικός, σαν τους άλλους, που τον έβλεπαν και τρόμαζαν. Στα δεκαέξι του έβαλε μαύρα μάσκα- γυαλιά με τα οποία κάλυπτε το πρόσωπο του.
Αλλά η ψυχή του ποτέ δεν είχε καταλάβει, ότι βρίσκεται σε ένα σώμα στραβό, με ένα κεφάλι μεγάλο και πρόσωπο άσχημο, ασύμμετρο. Έβλεπε τη μητέρα του, την Ελένη, που ήταν η πιο ωραία γυναίκα στο χωριό. Ο πατέρα του από ομορφιά έμοιαζε έναν γνωστό ηθοποιό από το περιοδικό για το Σινεμά.
 Η μεγαλύτερη του αδελφή είχε χάσει δυο υποψήφιους γαμπρούς από την ασχήμια του Άγγελου. Ήταν όμορφη σαν τους γονείς του, και την ήθελαν πολλοί νεαροί. Οι προξενητές πηγαινοερχόταν. Ο Άγγελος, τότε μικρός, έτρεχε πρώτος να τους υποδεχτεί στην πόρτα και τους τρόμαζε. Οι γονείς τον είχαν μαλώσει, να μη βγαίνει πρώτος ή καθόλου να μη βγαίνει όταν έρχονται ξένοι στο σπίτι τους. Έλεγε «καλά-καλά» και κάθε φόρα ξεχνούσε.
Το θαυμαστό ήταν ότι οι ξένοι που τον έβλεπαν για πρώτη φορά και τρόμαζαν, πολύ γρήγορα ξεχνούσαν την ασχήμια του Αγγέλου, δια μαγείας «εξαφανιζόταν η ασχήμια του». Δεν έβλεπαν πια το στραβό του σώμα και το φρικτό του πρόσωπο, αλλά άκουγαν μόνο τη γλυκιά και την ευγενική ομιλία του.
Ο Άγγελος, ήξερε ότι πρώτα τους τρόμαζε και μετά τους μάγευε. Του άρεσε να τους κάνει καλά, να αισθάνονται καλοί άνθρωποι …
Στην Ελλάδα ο Άγγελος ήρθε 15 χρόνων. Δεν πήγε στο ελληνικό σχολειό, αλλά πολύ γρήγορα έμαθε καλά ελληνικά σα να τα ήξερε από πάντα. Μιλούσε την ελληνική με όλη τη γλύκα που είχε μέσα στη ψυχή, δεν τσιγκουνευόταν πότε στα χαϊδευτικά λόγια. Έλεγε: «αγάπη μου, παιδί, μου, κορίτσι μου, ομορφιά μου, πουλάκι μου, ψυχή μου»… Το Τέρας χάιδευε τις ψυχής των Ωραίων με γλυκόλογα ακόμα και όταν δεν ήθελαν να τα ακούνε από αυτόν.
Ο Άγγελος επέμενε.
Στην χώρα που γεννήθηκε έκρυβαν την ασχήμια. Το σύστημα ήθελε τον άνθρωπο όμορφο και εσωτερικά και εξωτερικά, για αυτό η ομορφιά και καλή υγεία ήταν απαραίτητη για το δυνατό κράτος. Οι παραμορφωμένοι, οι τρελοί- ψυχικά άρρωστοι -ήταν κλεισμένοι στα ιδρύματα, μακριά από τα μάτια του κόσμου. Και τον Άγγελο δεν δέχτηκαν στο σχολείο, όμως δεν τον παράτησαν. Του στέλνανε στο σπίτι δάσκαλους να μάθει γράμματα. Καλά πήγαινε στα μαθηματικά και την ιστορία. Ο μαθηματικός προσπάθησε να τον φέρει στο σχολείο . Εξηγήθηκε στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ότι ο μαθητής είναι ιδιοφυής στα μαθηματικά και καλό είναι να έρχεται κάθε μέρα στα μαθήματα του σχολείου. Δεν το κατάφερε. Του απάντησαν κατάματα: «Δεν μπορούμε να βάζουμε σε δοκιμασία τα άλλα παιδιά που δεν φταίνε σε τίποτα να βλέπουν το τέρας κάθε μέρα!»
Αλλά ο Άγγελος ερχόταν στο σχολείο κανονικά, κάθε πρωί. Ερχόταν στην αυλή του σχολείου να παίξει στα διαλείμματα με παιδιά που τον φώναζαν «Κουασιμόδο». Του άρεσε πολύ αυτό το παρατσούκλι. Πίστευε πως ήταν χαϊδευτική λέξη. Δεν ήταν τυφλός, έβλεπε στα μάτια των άλλων την αγάπη τους. Ακόμα δεν είχε διαβάσει το μυθιστόρημα του Βίκτορα Ουγκώ «Η Παναγία των Παρισίων», δεν ήξερε ποιος ήταν ο Κουασιμόδος. Αλλά όταν του είπαν για την ιστορία της αγάπης του Κουασιμόδο και της Εσμεράλδας, του άρεσε ακόμα περισσότερο το παρατσούκλι του. Αργότερα, όταν διάβασε το βιβλίο στην Ελλάδα, συγκλονίστηκε πολύ, αν και δεν καταλάβαινε πολλές λέξεις, ήταν στην ελληνική γλώσσα το βιβλίο. Από τότε άρχιζε να σκέφτεται ότι πρέπει να βρει την αγάπη του και να κάνει παιδιά.
«θα παντρευτώ, μόλις μεγαλώσω! είπε στη μάνα του. «Ναι, παιδί μου, θα γίνει κ αυτό !» απαντούσε η Ελένη, που πάντα έκανε όλα τα χατίρια του.
«Είμαι άνδρας, δεν χρειάζομαι ομορφιά, αρκεί να είμαι σωστός!», την εξηγούσε.
«Ναι, παιδί μου!»- του απαντούσε με ένα ύφος σαν να μιλούσε με ένα χαζό ή πολύ μικρό παιδί.
«Μάνα, δεν λέω χαζά! Κάπου διάβασα ότι να είσαι πραγματικός άνδρας πρέπει να φυτέψεις ένα δένδρο, να κτίσεις ένα σπίτι και να γεννήσεις ένα γιο….Εγώ όλα τα έκανα, μου έμενε να παντρευτώ και να κάνω ένα γιο!»
Πράγματι, ο Άγγελος στα 17 του έμαθε πως οικοδομείται ένα σπίτι. Μια φορά πήγαινε για αργατιά -εθελοντική εργασία στο χωριό του θείου του. Μαζεύτηκε τότε εκεί όλο το σόι, φώναξαν τη μάνα του, την Ελένη, να βοηθήσει στην κουζίνα ως μαγείρισσα. Η Ελένη πήρε τον Άγγελο για την κουζίνα, αλλά ο Άγγελος αρνήθηκε: «Θα βοηθήσω στην οικοδομή…θέλω να μάθω πως κτίζεται ένα σπίτι. Όταν θα παντρευτώ, θα μου χρειαστεί!», της είπε. «Ναι, γιε μου, να μάθεις!», του απάντησε και τον κοίταξε με λύπηση ...
Πήγαν στο Ξυλόκαστρο. Εκεί εγκαταστάθηκαν πολλοί συγγενείς και όλοι έκτιζαν σπίτια, ήθελαν να ριζώσουν όσο βαθύτερα γίνεται στην ελληνική Γη, για να μην τους βγάλει κανείς και ποτέ από αυτήν την χώρα.
Σε ένα Σαββατοκύριακο ο Άγγελος έμαθε πως γίνεται η θεμελίωση, πως κτίζονται τοίχοι και γίνεται μόνωση και πολλές άλλες λεπτομέρειες σημαντικές.
Ότι αφορά το δέντρο, ο Άγγελος στην πραγματικότητα είχε φυτέψει πολλά δέντρα στη ζωή του... Κάθε χρόνο στο χωριό τους στην παλιά πατρίδα, έκαναν δεντροφυτέψεις, και οι φίλοι του, γνωρίζοντας πως δεν έλεγε ποτέ «όχι», τον φόρτωναν όλα τα δέντρα για να τα φυτέψει μόνος του, ενώ αυτοί δίπλα έπαιζαν ποδόσφαιρο. Τα κορίτσια του έλεγαν πως είναι χαζός και δέχεται την δουλεία; Αλλά ο Άγγελος για να καλύψει τους φίλους του και τον εαυτό του, για να μην νομίζουν ότι είναι χαζός, έλεγε πως «έβαλε στοίχημα με τα παιδιά και έχασε, για αυτό αναγκάζεται να φυτεύει όλα τα δέντρα μόνος».
Έτσι, φτάνοντας στα είκοσι δυο του χρόνια, του έμενε μόνο το τελευταίο: να γεννήσει ένα παιδί.
Αλλά πρώτα ήθελε να μάθει πως να συμπεριφέρεται με γυναίκα. Κανόνισε με έναν φίλο να βρει μια κοπέλα για να πάει μαζί της, για να μάθει…
Η κοπέλα αυτή όταν τον είδε, ήθελε να δραπετεύσει. Ήταν μια από αυτές , που ήρθαν στην Ελλάδα με σωματέμπορους με το γνωστό δρομολόγιο του τράφικ. Από ευγένεια η κοπέλα δεν ήθελε να δείξει στον Άγγελο την απέχθεια της. Του έλεγε πως έχει πρόβλημα με τα χαρτιά της και ότι θα την απελάσουν, και πρέπει να φύγει αμέσως, τώρα, αυτήν την στιγμή για ένα σημαντικό ραντεβού. «θα τα πούμε άλλη φορά!», του είπε.
Ο Άγγελος την άκουσε προσεκτικά και της πρότεινε βοήθεια : «Αν θέλεις, μπορώ και εγώ να σε βοηθήσω, γιατί η μάνα μου εργάζεται στο σπίτι του Διοικητή Αστυνομίας. Αυτός βοηθάει και δεν θέλει τίποτα».
Η κοπέλα δεν ήξερε τι να απαντήσει στην ειλικρίνεια του. Έπιασε τον εαυτό της, πως δεν τον φοβάται ποια και αποφάσισε να μείνει.
Δεν τον ξάφνιασε τίποτα. Όλα τα είδε φυσιολογικά , σα να είχε παρελθόν στην ερωτική ζωή. Και η κοπέλα του είπε πως δεν θα πίστευε ότι το έκανε για πρώτη φορά. «Έχεις μεγάλο ταλέντο, τελικά! Είσαι αρσενικό!» του πέταξε, φεύγοντας.
Μετά από αυτό, ο Άγγελος είπε στη μάνα: «Τώρα μπορώ να ψάξω μια κοπέλα να παντρευτώ. Έχω τη σύνταξη αναπηρίας, θα μου φτάσουν τα χρήματα!» Αγόρασε ένα παλιό αυτοκίνητο με την βοήθεια του ξαδέλφου του και ήταν έτοιμος να παντρευτεί.
Η Ελένη κοιτάζοντάς τον με τρυφερό βλέμμα, του είπε να πάει μια βόλτα στη χώρα τους: «Έχουμε παντού συγγενείς, μπορεί κάπου εκεί να βρεις μια κοπέλα».
«Ξέρω, κάπου ζει η κοπέλα που θα με αγαπήσει, θα την αγαπήσω και εγώ, θα είναι και καλή μάνα του γιου μου. Θα φύγω, όπως λες, θα πάω στη θεία, στην αδελφή σου» είπε με απόλυτη σιγουριά ότι όλα να γίνουν όπως το θέλει.
Η Ελένη ήξερε, ο Άγγελος δεν είναι τρελός, γιος της ήταν, αλλά το θέμα της παντρειάς το έβλεπε σαν μια τρέλα. «Καημένε μου γιε, σκεφτόταν, ο θεός να σε έχει καλά, και να κάνει τα θελήματα σου!», αλλά στον Άγγελο είπε άλλα: «Εκεί τα κορίτσια είναι όμορφα, αλλά κακομαθημένα, θέλουν χρήματα, και άλλα…μην ψάχνεις όμορφη , δες να είναι καλό κορίτσι και να σε καταλαβαίνει σε όλα!» Τηλεφώνησε στην αδελφή της και της είπε ότι έρχεται ο Άγγελος να ψάξει νύφη να παντρευτεί. «Είσαστε όλοι σας τρελοί”, είπε ξαφνιασμένη η αδελφή της, που είχε τρία παιδιά. Οι δυο κόρες της ήταν παντρεμένες – χωρισμένες.
«Φιλοξένησε τον. Ο Άγγελος θα έχει αρκετά χρήματα μαζί του, δεν θα είναι βάρος, ας’ τον να μένει μερικές εβδομάδες… Μπορεί και να βρει μια κοπέλα. Αφού θέλει να παντρευτεί!» επέμενε η Μάρθα.
«Αλίμονο, βεβαίως θα τον φιλοξενήσω, αλλά τι χαζά είναι αυτά! Τα δικά μου παιδιά που είναι κανονικά, δεν βρήκαν αγάπη πραγματική, και ο δικός σου θα την βρει; Αλλά τι λέω; Να έρθει, να χαρώ, ξέρεις, τον αγαπάω, αλλά μην με ζητήσεις να ψάχνω νύφη για τον ανιψιό μου! Δεν γίνεται να τον συστήνω σε καμιά κοπέλα!»
Η Μάρθα στεναχωρήθηκε, αλλά δεν είπε στην αδελφή της τίποτα. Αυτή περνούσε το δικό της Γολγοθά. «Η καημένη μου αδελφούλα, ο θεός να σε βοήθησε!» μόνο αυτό σκέφτηκε.
О Άγγελος ταξίδεψε με το αεροπλάνο και μετά πήρε τρένο. Στο κουπέ του τρένου βρήκε μια κυρία με την κόρη, μια κοντούλα αλλά με πολύ όμορφο και χαμογελαστό πρόσωπο. Όταν μπήκε, πρόσεξε πως τον κοίταξαν οι γυναίκες με μια αμηχανία και φόβο. «Δεν θέλουν άνδρα στο κουπέ!» σκέφτηκε, και καλά κάνουν, δεν είναι άνετο να ταξιδέψουν τόσες ώρες με έναν άνδρα». Βρήκε τον υπεύθυνο του βαγονιού να του ζήτηση αλλαγή θέσης. «Βρείτε μου κανένα κουπέ με άνδρες», είπε. Ο υπεύθυνος τον κοίταξε με μια απάθεια, και του είπε: «Και ποιος θα σε δεχθεί! έτσι πως είσαι!.. Αλλά κάτσε, θα κοιτάξω, μόλις μπουν όλοι στις θέσεις τους». Τελικά κανένας δεν ήθελε τον Άγγελο στο κουπέ του. «Βλέπεις, δεν μπορώ να σε αλλάξω τη θέση, θα μείνεις εκεί που γραφεί το εισιτήριο σου!».
Ζήτησε συγγνώμη από τις γυναίκες που δεν βρήκε θέση να αλλάξει, αλλά υποσχέθηκε πως τις περισσότερες ώρες θα περνά στο εστιατόριο του τρένο.
Η μάνα και η κόρη του είπαν σχεδόν μαζί «να μην ανησυχεί, όλα θα πάνε καλά και ανθρώπινα».
Τις λέγανε Όλγα και Ξένια.
Μόλις ο Άγγελος έφυγε να ψάξει αλλαγή θέσης, η Όλγα, είπε στην κόρη της: « Υπάρχουν και αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι - τέρατα…, αλλά και εμείς σε τί φταίμε;»
«Μαμά, είναι τρομακτικός, αλλά έχει κάτι, γρήγορα ξέχασα την ασχήμια του!», είπε η Ξένια.
«Κάτσε μαζί μας. Που να πας; … Κόβουν εισιτήρια και δεν τους ενδιαφέρει το φύλο του ταξιδιώτη, είναι άβολα , αλλά τι να κάνουμε!;»
Ο Άγγελος κάθισε, κατέβασε την μάσκα - γυαλιά , κοίταξε την κοπέλα, της χαμογέλασε και είπε ξανά : «Με συγχωρείτε, δεν βρήκα αλλού θέση» και για να σπάσει την αμηχανία, συστήθηκε. Μέτα είπε, ότι έρχεται από την Ελλάδα, πάει στη θεία του. Μίλησε για τη ζωή στην Ελλάδα «ωραία και άνετη», ότι μένει με την μητέρα του…Μετά ανέβηκε στο πάνω ράφι και κοιμήθηκε.
Τον ξύπνησε η κοπέλα, ρωτώντας αν πείνασε και θέλει να φάει μαζί τους. Στο τραπέζι είχε μια βραστή κότα, αυγά, ψωμί, κασέρι... Ο υπεύθυνος του βαγονιού έφερε μαύρο τσάι…αλλά ο Άγγελος ήθελε καφέ, και πήγε στο εστιατόρια να πάρει. Έφερε τρεις καφέδες, χωρίς να ρωτήσει τις γυναίκες αν θέλουν ή όχι. Η Ξένια πήρε τον καφέ, αλλά η μάνα της δεν ήθελε. Μετά το φαγητό, σαν να είχε μεθύσει, τον έπιασε η φλυαρία...
«Όταν ήρθε ο θείος μου πρώτη φορά στην Ελλάδα, είδε παντού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης υπογραφές «Unisex” . Λέει στη γυναίκα του «Αμάν! που βρισκόμαστε;» τόση πορνεία παντού, πως γίνεται; και δεν ντρέπονται καθόλου οι Έλληνες; Πορνεία στο κέντρο της πόλης!… Πέρασαν κάτι εβδομάδες, και ο θείος παρέμενε με την απορία αυτή: «Η Ελλάδα είναι ένα πορνείο! Γιατί ήρθαμε να μένουμε εδώ; Όπου πέφτει το βλέμμα μου, γράφει ανοιχτά για το σεξ …unisex …» Και δεν μπορούσαμε να τον ηρεμήσουμε και μετά μάθαμε ότι το «γιούνισεξ» σημαίνει κατάστημα ρούχων για αγόρια και κορίτσια: τζιν, φανελάκια και αλλά. «Χα-χα-χα», γέλασε μόνος. «Μα δεν το ήξερε ο θείος μου!» διευκρίνισε.

Η Ξένια τον άκουγε όλο το βράδυ με ένα χαμόγελο. Eχει ξεχάσει εντελώς την ασχήμια του νεαρού άνδρα που καθόταν απέναντι της, τα μαύρα γυαλιά- μάσκα δεν την ενοχλούσαν πια . Έτσι πέρασαν 12 ώρες ταξιδιού με καλή διάθεση και συντροφικότητα, αλλά και ωραίες ιστορίες που έλεγε ο Άγγελος.
Όταν έφτασαν, και ήρθε η ώρα αποχαιρετισμού, ο Άγγελος έγραψε τον αριθμό του  κινητού  του στο χαρτάκι: «Αν θέλεις να έρθεις καμιά φορά στην Ελλάδα για ταξίδι ή για δουλειά πάρε με, μπορείς να μένεις και σε μας, έχουμε τρία δωμάτια». Η Ξένια πήρε το χαρτάκι με το τηλέφωνο και το έβαλε βαθιά στη τσέπη του τζιν, αλλά δεν έδωσε δικό της τηλέφωνο, ούτε πρότεινε να βρεθούν μια μέρα για καφέ, ή να έρθει σπίτι τους ακόμα, μια που θα έμενε στην πόλη περίπου δέκα ήμερες. Αλλά ο Άγγελος δεν προβληματίστηκε: «Τώρα ντρέπεται, δεν μου δίνει το τηλέφωνο της, δεν πειράζει, κάποια μέρα θα μου τηλεφωνήσει!», ήταν σίγουρος.
Δέκα ήμερες στο Χάρκοβο ήταν βαρετές. Αν μπορούσε να φύγει νωρίτερα, θα έφευγε. Οι ξαδέλφες του ήταν μέσα στην απογοήτευση και μια ελπίδα ότι μια μέρα θα συναντήσουν τον πρίγκιπα  και να ξαναπαντρευτούν. Η θεία του γέρασε μέσα στην βιοπάλη, ενώ ήταν μικρότερη από την μάνα του.
Το μόνο που τον έκανε χαρούμενο ήταν η σκέψη για την Ξένια. «Όταν θα με πάρει τηλέφωνο, θα επιμένω να έρθει στην Ελλάδα, θα την βρω δουλειά,  δεν την γνώρισα πολύ καλά, αλλά μ’ άρεσε…, μ’ άρεσε πολύ!» - σκεφτόταν με λαχτάρα.
Και πράγματι, μόλις ο Άγγελος επέστρεψε στην Ελλάδα, του τηλεφώνησε η Ξένια: «Σε έπαιρνα τηλέφωνο, αλλά το είχες κλειστό!»
«Ναι, για να μην πληρώνω το ρόμινγκ. Αλλά μην ξοδεύεσαι να σε πάρω εγώ!»
Από τότε άρχισαν καθημερνά να μιλάνε στο τηλέφωνο:
«Θέλω να έρθω στην Ελλάδα!» είπε η Ξένια μετά από μια εβδομάδα.
«Να έρθεις, να σου κάνω την πρόσκληση!»
Μετά αποφάσισε να μην την κάνει πρόσκληση ταξιδιού, αλλά να κάνει απευθείας πρόταση γάμου. Από καθημερινές κουβέντες μαζί της την έβλεπε κατάλληλη για να γίνει η γυναίκα του. Του περιέγραφε τα φαγητά που μαγειρεύει, του ‘έλεγε ότι θέλει να κάνει οικογένεια…. Έλεγε «θα μ’ άρεσε να τρώμε μαζί και να περιμένει ο ένας τον άλλων, ακόμα αν πεινάσει κάνεις, να κάνει υπομονή».
«Όταν κάνω δουλειές του σπιτιού, τραγουδάω, έχω καλούτσικη φωνή, λένε! Χα-χα-χα!» , γελούσε με ένα γέλιο σφιγμένο.
«Δεν έχω πολλές φίλες, μόνο δυο!» του έλεγε.
Πέρασε ακόμα μια εβδομάδα και ο Άγγελος της είπε στο τηλέφωνο:
- Ξένια , έχω μια πρόταση για σένα. Θέλω να κάνουμε μαζί οικογένεια, να παντρευτούμε! Αν, βέβαια, εσύ δεν έχεις πρόβλημα με τη μάσκα που φοράω…»
-Τη μάσκα; Την βγάζεις καμιά φορά;
- Ναι! Την βγάζω, όταν είμαι σπίτι μόνος, αλλά τις άλλες ώρες την φορώ. Περισσότερο για τους άλλους, να μην τους φοβίζω …
- Καλά…
- Τι καλά;
-Αφού βγάζεις την μάσκα μέσα στο σπίτι…. τότε να παντρευτούμε!
- Θα δεις, δε θα μετανιώσεις! θα έρθω να σε πάρω από εκεί. θα κάνουμε τον πολιτικό γάμο και μετά εδώ - το θρησκευτικό … Συμφωνείς;
-Καλά, συμφωνώ, του είπε η Ξένια.

Σαν ατομική βόμβα έσκασε η είδηση στη γειτονιά ότι το Τέρας, ο Κουασιμόδος παντρεύεται! Κάποιοι έλεγαν μήπως η κοπέλα έχει κανένα κουσούρι, μήπως είναι τρελή με χαρτιά . Αλλά είδαν, πως η Ξένια δεν είχε κανένα ελάττωμα. Αντιθέτως θα μπορούσε ως νύφη να στολίσει οποιοδήποτε σπίτι. Έλεγαν, μήπως ήθελε τα χρήματα του; Αυτό βέβαια ήταν ένα αστείο, ο Άγγελος δεν είχε χρήματα. Μετά είπαν ότι ο Άγγελος την έκανε μάγια… Εκεί κατέληξαν, στα μάγια… Για τη μάνα της Ξένιας ήταν δύσκολο να δεχτεί πως η της κόρη θα πάρει έναν παραμορφωμένο άνδρα. Αλλά ξαφνικά και αυτή είπε το «ναι», γιατί μια γειτόνισσα της είπε πως καλύτερα η κόρη της να φύγει στο εξωτερικό, πάρα να βρει κανέναν αλκοολικό στο τόπο τους …

Πέρασαν επτά χρόνια , ο Άγγελος και η Ξένια γέννησαν τρία αγόρια. Κανένα παιδί δεν γεννήθηκε με κουσούρι, ήταν όμορφα και γερά . Το τελευταίο αγόρι γεννήθηκε, όταν ο Άγγελος ήδη ήταν πολύ άρρωστος και μπήκε σε νοσοκομείο. Κατάλαβε ο ίδιος ότι ήρθε το τέλος του, ήταν μόλις 34 χρονών, αλλά ταλαιπωρημένος σαν 60ης .

Για το θάνατο του Άγγελου εγώ έμαθα μετά από έναν μήνα. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, αποφάσισα να πάω σπίτι τους για συλλυπητήρια , και να κάνω δώρα στα μικρά. Η Ξένια φορούσε τα μαύρα. Μου έκανε καφέ και με προειδοποιήσει με ένα αυστηρό ύφος: «Αν τα παιδιά θα Σας μιλήσουν για τον πατέρα τους, να συμφωνείτε σε ότι θα Σας πουν!»
-Και βέβαια, θα το κάνω, είπα.
Ήρθαν τα δυο παιδιά και ο μεγάλος, εξάχρονος, πήρε το δώρο του ευχαριστώντας με. «Πολύ ευγενικός! Σαν τον πατέρα του», σκέφτηκα. Ο μικρός έπιασε την φωτογραφία του πατέρα του με μαύρα γυαλιά και έτρεξε σε μένα με ενθουσιασμό : «Ο Μπαμπάς μας! Τον λένε Άγγελο, και έφυγε στον ουρανό, εκεί τώρα μένει!».
- Το’ ξέρω! είπα στα παιδιά. Ρώτησα την Βέρα : «Εσύ τους έμαθες να λένε αυτά;»
- Εγώ. Δεν μπορούσα να τους πω την αλήθεια, τα δυο τον λάτρεψαν, και ο μικρός τον αγάπα σαν να το είχε γνωρίσει. Μετά με κοίταξε κατάματα  -Και εγώ τον αγαπούσα!
- Το ξέρω! είπα ….

----
Από τότε πέρασαν μήνες. Μια μέρα συνάντησα την Ξένια στο κέντρο της πόλης.
Ήταν ντυμένη ακόμα στα μαύρα, αλλά χάθηκε η λάμψη της, δεν μου φάνηκε και τόσο ωραία, οι κινήσεις της ήταν αργές, τώρα έμοιαζε με μια αγριόγατα.. Μιλήσαμε για τα παιδιά, για τα προβλήματα της ζωής της… Ξαφνικά χωρίς να την ρωτήσω, μου λέει: «Ξέρετε, είμαι τώρα ευτυχισμένη, έχω δίπλα μου έναν άνδρα, που με αγαπάει πολύ, τον αγαπάω και εγώ, αγαπάει και τα αγόρια μου!»
- Αλήθεια;! Χαίρομαι! απάντησα, έγινε και αυτό το θέλημα του Άγγελου, να βρεις έναν άνδρα που να αγαπάει εσένα και τα παιδιά σας!
-Και να ξέρετε! Δεν ήταν η ζωή μου με τον Άγγελο, όπως την φανταστήκατε! Σας αρέσουν τα παραμύθια, σε όλους αρέσουν, αλλά δεν ήταν έτσι! Δεν ήταν αλήθεια αυτό που ξέρετε!


Η Ωραία δεν αγάπησε ποτέ το Τέρας
- Ήταν το Τέρας και εγώ μια Κακόμοιρη…
- Τι λες!; Ο Άγγελος σε αγαπούσε τόσο πολύ, έφτανε η αγάπη του και για τους δυο σας! είπα.
- Μη τον λες Άγγελο! Δεν ήταν Άγγελος!» είπε η Ξένια με αυστηρό ύφος. Ήταν του διαβόλου Άγγελος!
-Μα, εσύ δεν μου είπες πως τον αγάπησες πραγματικά; Ακόμα τον πενθείς…
-Όχι! Απλά μ’ αρέσουν ποια τα μαύρα...

Προσποιούμουν, κρυβόμουν, η ιστορία μου είναι ιστορία ενός απελπισμένου κοριτσιού! Και τα μαύρα ρούχα απλά μου πάνε, έτσι με ερωτεύτηκε ο νέος μου άνδρας… Μια θλιμμένη χήρα με μαύρα αγάπησε σε εμένα, έτσι θα παραμένω.
-Δεν ξέρω, κορίτσι μου, τι να πω; Θέλεις να καθίσουμε εδώ, στο πάρκο και να μου πεις τι σου συμβαίνει; Για να καταλάβω!
Καθίσαμε στο παγκάκι, δίπλα μία στην άλλη …

Την άκουγα , αλλά μου πέρασε από το μυαλό σαν να ακούω έναν μονόλογο που η Ξένια - πρωταγωνίστρια -έμαθε καλά για μια θεατρική παράσταση.
«Γεννήθηκα στο Αζερμπαϊτζάν από πατέρα Αρμένιο και μητέρα Ουκρανή. Άρχισε ο πόλεμος στο Ναγκόρνι Καραμπάχ και οι γονείς μου, πρόσφυγες έφυγαν στην Ουκρανία σε ένα μεγάλο χωριό. Μεγάλωσα εκεί μέσα στην φτώχεια, αλλά το χειρότερο ήταν, όταν πήγα στο σχολείο τα παιδιά με φώναζαν «Μπομπζ» - «άστεγη». Είχαμε σπίτι. Νοικιάζαμε. Αλλά με φώναζαν έτσι για να με ταπεινώσουν… σαν να ήμουν ένα παιδί του δρόμου, γιατί ήρθαμε πρόσφυγες στα μέρη τους…Η μεγαλύτερη ταπείνωση είναι να είσαι πρόσφυγας, ξένος. Ήταν η ποιο προσβλητική λέξη στην ρωσική γλώσσα. «Μποπζ» σήμαινε ότι δεν έχεις θέση πουθενά, δεν είσαι αποδεχτός…Με αυτό το παρατσούκλι που σα να έγινε το πραγματικό μου όνομα, τέλειωσα το σχολειό. Με φώναζαν: «Μπόπζ, έλα να παίξουμε!» Εγώ θύμωνα στην αρχή, δεν απαντούσα, αλλά μετά απαντούσα… γιατί δεν άντεχα να είμαι μόνη! Μετά το συνήθισα και το «μποπζ» δεν ήταν και τόσο προσβλητικό πια για μένα, ακουγόταν σαν ξένο όνομα, ας πούμε «Μποπζ –μποέμ . Μου είπε η Λίλα για τους μποέμ, μια γειτόνισσα. «Μην ασχολείσαι, οι συμμαθητές σου είναι κακοί άνθρωποι, μη δίνεις σημασία, πες ότι έχεις δεύτερο όνομα, εγώ θα σε φωνάζω «Μπένος» από λατινικά «Βένος» που σημαίνει Αγάπη. Σου αρέσει;» Και όταν θα σε φωνάζουν Μποπζ θα ακούς Αγάπη- «Μπένος», μου είπε.
Μετά..  Στα έντεκα μου με βίασε ο γείτονας μας. Αυτό έμεινε μυστικό. Για πρώτη φόρα το αναφέρω τώρα…Αλήθεια! Τότε φοβόμουν και δεν ήξερα τι να κάνω, και δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Από τα δεκατρία άρχισα να δουλεύω στη λαϊκή αγορά, βοηθούσα την μάνα μου, που πουλούσε ότι μπορούσε να πουλήσει .. Έβγαζα τα δικά μου χρήματα και τα έδινα στην μητέρα μου. Από τότε πλέον πήγαινα στο νυχτερινό σχολειό, αλλά το παρατσούκλι με ακολούθησε … Ήμουν και εκεί «Μποπζ».
Στα 16 έμενα έγκυος. Η μάνα μου το έμαθε αργά, είδη ήμουν 4-5 μηνών. Ξαφνικά ο αγαπημένος μου εξαφανίζεται και η μάνα μου «δολοφονεί» το μωρό μου. Μου ‘έβγαλαν το παιδί … Αλλά εγώ δεν έκλαψα καθόλου. Γιατί να κλάψω; Αφού δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς; Με την σιωπή μου έγινα δολοφόνος. Και μετά αμέσως μου είπαν να παντρευτώ κάποιον που ήταν γιος γνωστής της μάνας μου. Μου είπαν πως είχε παραμορφωμένο πρόσωπο και καρκίνο στο κεφάλι και ήθελε να παντρευτεί και να κάνει παιδί και ότι δεν θα ζήσει πολύ. Επίσης μου είπε η μάνα μου, ότι αν δεν πάω, θα με πετάξει από το σπίτι, γιατί δεν αντέχει αυτό το ρεζιλί.
Καλύτερα να είχα πεθάνει. Δεν είχα να επιλέξω κάτι άλλο. Αλλά προσπάθησα να πω το «όχι» και η μάνα μου κράτησε το λόγο της. Δυο νύχτες έμεινα στο παγκάκι του κεντρικού πάρκου. Τη δεύτερη νύχτα παραλίγο θα με βίαζαν μια παρέα εφήβων που βρέθηκαν εκεί… Με έσωσε ένας ηλικιωμένος. Με κάλεσε σπίτι του… αλλά εγώ δεν τον συμπάθησα και δεν πήγα μαζί του, επέστρεψα σπίτι μου. Το πρωί είπα στην μάνα μου το «ναι» στο γάμο με τον Άγγελο (τότε ακόμα δεν ήξερα το όνομα του) Με έστειλαν στην Ελλάδα ως νύφη. Ήμουν 17 και ο Άγγελος – 24. Μόλις τον είδα- τρόμαξα… αλλά σε λίγα λεπτά ξέχασα την ασχήμια του. Πράγματι, είχε κάτι μαγικό μέσα του, που εξαφάνιζε την ασχήμια. Έβλεπες και δεν έβλεπες το παραμορφωμένο του πρόσωπο …
Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά. Ναι καλά. Γιατί έμεινα γρήγορα έγκυος , γέννησα το πρώτο αγόρι, μετά καπάκι – το δεύτερο. Η καθημερινότητα μου ήταν δύσκολη αλλά ευχάριστη. Τα παιδιά μεγάλωναν σαν δίδυμα, δεν είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας… Κουραζόμουν βεβαία πολύ, αλλά η κούραση αυτή με βοηθούσε να βρω έναν ρυθμό στη ζωή μου όπου δεν χωρούσε η αυτό-λύπηση…
Μέχρι τότε ο Άγγελος ήταν καλός μαζί μου. Μετά άλλαξε. Μου είπε πως κατάλαβε ότι δεν τον αγαπάω. Εγώ το επιβεβαίωσα, ήμουν ειλικρινής μαζί του, του είπα πως τον παντρεύτηκα γιατί έκανα το θέλημα της μάνας μου. Του είπα: «Και ποιος μπορεί να σε αγαπήσει έτσι που είσαι; Έχεις και θάρρος να ψάχνεις για αγάπη!» Μου είπε πως πίστευε ότι με το πέρας του χρόνου θα τον αγαπούσα.
Ήταν και αυτό…κάθε βράδυ είχε όρεξη να πλαγιάσει μαζί μου, ενώ εγώ δεν ήθελα, ήμουν κουρασμένη… αλλά τι κουρασμένη .. απλά δεν ήθελα να το κάνουμε, άρχιζα να τον αποφεύγω, και αυτός…σχεδόν κάθε βράδυ με βίαζε. Και εγώ για να μην χαλάσω την ηρεμία του σπιτιού, δε φώναζα , δεν έκανα φασαρία. Αφηνόμουν στην μοίρα μου. Όσο περισσότερο αφηνόμουν στο βιασμό του Άγγελου, τόσο τακτικά αυτός ήθελε να με πονέσει.. Μετά άρχισε να πίνει αλκοόλ. Στην κατάσταση του ήταν απαγορευμένο το αλκοόλ, πριν δεν έπινε, αλλά το άρχισε. Και γινόταν τέρας πραγματικό! Άρχισα να τον φοβάμαι, να μην κάνει κανένα κακό σε μένα και τα παιδιά, γιατί μεθυσμένος δεν καταλάβαινε . Κρυβόμουν, αλλά που να κρυφτείς; Όλη τη μέρα προσπαθούσα να μένω με τα παιδιά μου έξω. Στην παιδική χαρά, στους γείτονες… βόλτες στο δρόμο. Τον μεγαλύτερο γιο, από τα τεσσάρα του χρόνια τον πήγα στο τζούντο. Σήμερα είναι αστέρι στο άθλημα. Ήθελα να τον μεγαλώσω δυνατό, να με προστατεύει.
…. Μια μέρα ο Άγγελος λίγο πιωμένος κτύπησε με το αυτοκίνητο του ένα μηχανόβιο … Ήμαστε μαζί. Έπεσε ο νεαρός από την μηχανή και ο Άγγελος δεν σταμάτησε, δεν τον βοήθησε.. Ήταν βράδυ, σκοτάδι, αλλά όχι αργά.. Ένα μήνα δεν του μιλούσα. Έγινα μάρτυρας στο έγκλημά του. Και ακόμα δεν ξέρω τι απέγινε το παιδί με το μηχανάκι. Ζει; Μακάρι να ζει!
Μετά από αυτήν την ιστορία η συμβίωση μας έγινε κόλαση. Ο Άγγελος έγινε ο Διάβολος, απόλυτα κακός, δεν αναγνώριζε τίποτα.. τον έπιασε ένα μίσος για μένα και για όλα …και εγώ άρχισα να προσεύχομαι να με πάρει ο θεός από τη ζωή … ή να πάρει τον Άγγελο! Κάποιος πρέπει να φύγει. … Στην απελπισία μου, έλεγα, αν ο θεός θα με πάρει, τα παιδιά μου δεν θα χαθούν, υπήρχε πίσω το μεγάλο του σόι …
Μετά πάλι έμεινα έγκυος, και έκανα το τρίτο μας γιο. Κούκλος και αυτό. Δεν είχε κανένα κουσούρι. Ναι, δε Σας είπα. Όλα τα αγόρια είναι όμορφα παιδιά. Δεν το λέω εγώ σαν μάνα, το λέει ο κόσμος. Ωραία πρόσωπα, πράσινα μάτια και δυνατά σώματα…. Δεν πήρε κανέναν παιδί το κουσούρι του πατέρα τους. Είναι και πολύ έξυπνα! Καλά, στη σημερινή εποχή όλα τα παιδιά γεννιούνται έξυπνα.. Ο παιδίατρος μου είπε: είσαι να γέννας παλικάρια.
Όταν ο μικρός σαραντάρισε, ο Άγγελος πέθανε. Τότε με έπιασε κλάμα, τον λύπησα πολύ, αλλά και τον ζήλεψα βαθύτατα. Γιατί κατάφερε να κάνει όλα που ήθελε πριν φύγει από την ζωή του. Να παντρευτεί, να γεννήσει τρεις γιους… Τώρα δεν έχω σχέση με το σόι του πια. Στο μνημόσυνο του, στα σαράντα, ο ξάδελφος του που τον φιλοξένησα, προσπάθησε να με βιάσει, …Ήταν μεθυσμένος. Με άκουσε η γειτόνισσα και έτσι γλίτωσα. Εγώ γεννήθηκα για με ταπεινώνουν, να με βιάζουν, να κάνω παιδιά με έναν Κουασιμόδο.

Ο Άγγελος πήγε εκεί που ανήκει.. Στους αγγέλους...Εγώ αρχίζω τη ζωή μου, όπως την θέλω! Θέλω την ευτυχία μου! φώναξε δυνατά, και τρόμαξε δυο γάτες που πάλευαν για μισό λουκάνικο που τους πέταξε μια γριά από το πρώτο όροφο.

Λίγα λεπτά δεν μιλούσαμε.
Κοιτούσαμε μαζί απέναντι. Βλέπαμε τις γάτες που κάπως συμφώνησαν στη μοιρασιά του λουκάνικου.  
-Μα μόνο οι καλοί πάνε στους αγγέλους! Και εσύ λες ότι ήταν κακός!» έβγαλα τελικά την ταραγμένη μου φωνή, αλλά δεν γύρισα να την κοιτάξω. Συνέχιζα με  τις γάτες, που κατάφεραν να μοιράσουν το λουκάνικο, αλλά  έφευγαν φοβισμένες σε αντίθετες κατευθύνσεις από ένα σκύλο, αδέσποτο σαν αυτές.
- Ο Θεός ξέρει! είπε και γύρισε σε μένα.
Έπιασε το βλέμμα μου, με κοίταζε στα μάτια αποφασισμένη για κάτι. Ήθελε να δει τι σκέφτομαι για όλα  που μου εμπιστεύτηκε. Την κοίταξα και εγώ κατάματα. Είδα το πρόσωπο της να αλλάζει. Είχε αγριέψει. Την ίδια στιγμή τον απελευθέρωνε. Τον Άγγελο. Μπροστά μου έπαιρνε όλη την ασχήμια του Τέρας και τον άφηνε να πάει ποιο μακριά, ψηλά, ίσως στην αγκαλιά του ίδιου του Θεού.

@Σοφία Προκοπίδου


Θεσσαλονίκη, 2016

15 Νοε 2016

Η τιμωρία των διαμαντένιων σκουλαρικιών




Μια φθονερή ζηλιάρα ήταν η Κούλα. Ζήλευε ακόμα και αυτούς που γελούσαν ανέμελα… «Και γιατί γελάνε, σαν χαζοί», διαμαρτυρόταν για τη χαρά των άλλων. Ήταν γειτόνισσα μου τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στην Ελλάδα. Ερχόταν κάθε μέρα να μου πει τα νέα της οικοδομής, που ήταν και ιδιοκτήτρια της. Εγώ δεν ήθελα τα κουτσομπολιά της, δεν με ενδιέφεραν λεπτομέρειες της Κούλας για τις ζωές ανθρώπων που δεν ήξερα. Ήμουν «μουγκή» τότε, δεν ήξερα ελληνικά και η Κούλα δεν ήξερε ποντιακά για να την αντιμετωπίσω ανάλογα διπλωματικά και να μην μαλώσουμε στο τέλος. 



Μια μέρα έρχεται αναστατωμένη και μου λέει με ένα ύφος της δικαστίνας που πήρε τη σωστότερη απόφαση: «Έδιωξα τη Λένα, που καθάριζε τις σκάλες της οικοδομής μας!» Έμενα άφωνη, γιατί άκουγα πολλές φορές πως την παίνευε για την καθαριότητα που έκανε. 
«Ανοίγω την πόρτα εισόδου, μπαίνω, και πέφτει φως του ήλιου από έξω στο πρόσωπο της Λένας που καθαρίζει τη σκάλα. Ξαφνικά μια αστραφτερή σπίθα από το αφτί της μου τρύπησε το μάτι. «Τα σκουλαρίκια σου πολύ λάμπουν», της λέω. «Είναι μπριγιάν μισό καράτι, για αυτό…» μου απαντάει με ένα ύφος της βασίλισσας με σκούπα. Αφού έχεις διαμαντένια σκουλαρίκια, είσαι πλούσια - δεν σε θέλω καθαρίστρια, να πας να βρεις αλλού, εγώ θέλω να βοηθώ φτωχούς και δύστυχους. θέλω μια φτωχιά κοπέλα να μας καθαρίζει τις σκάλες!» 
Η Κούλα πράγματι έδιωξε από τη δουλειά τη Λένα, που στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, γιατί είχε δυο μικρά παιδιά, έμενε κοντά και την βόλευε να εργάζεται σε αυτήν την οικοδομή…
Τότε προσπάθησα να εξηγήσω στην Κούλα τί σημαίνει να έχει μπριγιάν μια Καυκάσια γυναικά, αλλά δεν μπήκα στον κόπο, έτσι και αλλιώς δεν θα με καταλάβαινε, πίστευε πως έχει απόλυτο δίκιο. 
-----
Δεν ξέρω αλλά εγώ πάντα αδιαφορούσα για τα διαμάντια, μπριγιάν… Από την εποχή εκείνη μέχρι και σήμερα φοράω ασημένια χειροποίητα κοσμήματα. Ο χρυσός δεν μου πάει. 
Στην Νότια Ρωσία και την Γεωργία λίγο πριν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ξαφνικά ήρθε μια μόδα μια εμμονή να έχουν οι γυναίκες διαμαντένια σκουλαρίκια και δακτυλίδι. 
Τα σοβιετικά μπριγιάν ήταν άριστης ποιότητας και πουλιόντουσαν στα κρατικά κοσμηματοπωλεία. Ήταν πανάκριβα. Μέσα στη μιζέρια αλλά και την ασφάλεια της κρατικής πρόνοιας, όλοι σε αυτήν την χώρα σαν να πάθανε μια αρρώστια πλουτισμού, μια υστερία να αποκτήσουν διαμάντια. Όλες οι νύφες για το γάμο ήθελαν οπωσδήποτε στα αυτιά έστω μικροσκοπικά αλλά διαμαντένια σκουλαρίκια. Τα μπριγιάν έγιναν ανάρπαστα στο κρατικό εμπόριο και τα «έβγαζαν» παράνομα στην μαύρη αγορά, στο παρεμπόριο, όπου πουλιόταν σε διπλάσιες και τριπλάσιες τιμές. 
Ενώ εγώ αδιαφορούσα για μπριγιάν, κάποια στιγμή και εμένα με έπιασε ο διαμαντο-ιός. Ίσως με είχε επηρεάσει μια φίλη που είχε πει, ότι όποια γυναίκα σέβεται τον εαυτό της , πρέπει να έχει σκουλαρίκια ή δακτυλίδι με μπριγιάν. 
Άρχισα να ενδιαφέρομαι και εγώ για τα διαμαντένια σκουλαρίκια. 
Μια μέρα ήρθε σπίτι μια γειτόνισσα – μαυραγορίτισσα, που μου έφερε να δω ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που ήθελα. Ήταν αργά απόγευμα, εγώ ζύμωνα. Περίμενα τη παρέα φίλων για κρασάκι. Τότε το φόρτε μου ήταν μια απλή λαχανόπιτα. Και τις βεγγέρες με λαχανόπιτα τις λέγαμε «καπούστνικ» που σήμαινε «λαχανο-πάρτι». Η παράδοση ήρθε από το 19ο αιώνα όταν στη Ρωσία οι φτωχοί ηθοποιοί μαζεύονταν τα βράδια για τραγούδια και ποίηση και έφτιαχναν να φάνε μια απλή εύκολη πίτα από ζυμάρι με μαγιά που φουσκώνει...  
Τα χέρια μου ήταν μέσα στη ζύμη και δεν άγγιξα τα σκουλαρίκια. Μόνο τα κοίταξα και της είπα να μου τα αφήσει να τα δείξω και στον άνδρα μου. Η τιμή τους ήταν 800 ρούβλια. Ο μισθός τότε ήταν 180 -200 ρούβλια. Συμφώνησε, και άφησε το κουτί πάνω στο τραπέζι. 
Το βράδυ περάσαμε τέλεια με παρέα φίλων, με κρασί και τη λαχανόπιτα, αλλά και κιθάρα και  τραγούδια των αγαπημένων βάρδων. Είχα ξεχάσει εντελώς για τα σκουλαρίκια.

Το πρωί όμως ως πρώτη σκέψη μου έρχεται μια υπενθύμιση για τα σκουλαρίκια που έπρεπε να τα δείξω στον άντρα μου. Καταλαβαίνω, πως δεν θυμάμαι  που τα ακούμπησα. Άρχισα να ψάχνω.. έψαξα παντού! Δεν τα βρήκα. Σκέφτηκα ότι κάποιος από την χθεσινοβραδινή παρέα τα είχε κλέψει, και δεν ήθελα να το πιστέψω… Άρχισα να καταριέμαι τον εαυτό μου για την επιθυμία να αποκτήσω διαμαντένια σκουλαρίκια. Τα χρήματα ήταν πολλά! Παρά πολλά. 
Ήρθε η μητέρα μου και με είδε στα χάλια μου.  Η μαμά ήταν ψύχραιμη, άρχισε την έρευνά της. Έψαξε και αυτή παντού και μετά πήρε τον κουβά με τα σκουπίδια, έστρωσε στο πάτωμα τις εφημερίδες και έριξε τα σκουπίδια πάνω. Άρχισε να ψάχνει το κάθε σκουπίδι…Εγώ απαρηγόρητη της λέω «δεν μπορεί να είναι εκεί!». Την ίδια ώρα ήρθε το σκουπιδιάρικο και κόρναρε. Την εποχή εκείνη βγάζαμε τα σκουπίδια μόνο όταν ερχόταν το σκουπιδιάρικο, δεν υπήρχαν κάδοι έξω στους δρόμους. 
«Μαμά μου, γρήγορα μάζεψε τα, θα φύγει το σκουπιδιάρικο…Να προλάβω να τα βγάλω!
Η μαμά δεν βιάζεται καθόλου, συνεχίζει να ψάχνει στα σκουπίδια μου, ενώ εγώ μετρούσα σε πόσους μήνες θα μαζέψω τα 800 ρούβλια για να εξοφλήσω τα χαμένα σκουλαρίκια. Ξαφνικά η μαμά μου πιάνει ένα τσαλακωμένο σαν μπάλα χαρτί και το ξετυλίγει, ενώ εγώ σκέφτομαι το σκουπιδιάρικο που φεύγει και τα σκουπίδια μου που τώρα πρέπει να μηνούν μέχρι το βραδύ μέσα στο σπίτι… 
«Αυτά είναι;», με ρωτάει με δυνατή της φωνή και  βλέπω τα δυο σκουλαρίκια στην παλάμη της μητέρας μου! «Αυτά! Αυτά, αυτά!» φώναξα σα να μου τα δώρισαν μόλις. Και πράγματι ήταν δώρο! Γιατί παραλίγο θα φεύγανε για πάντα στη χώρα της χωματερής.

… Τα πέταξα σαν σκουπίδια, σκουπίζοντας το τραπέζι το αλεύρι και το ζυμάρι. Όμως στην ουσία τα είχα πετάξει μόλις τα είδα, όταν μου τα έφερε η γειτόνισσα. Δεν τα άγγιξα καθόλου, γιατί η λαχανόπιτα που ετοίμαζα για τη βραδιά με φίλους ήταν πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή μου από τα σκουλαρίκια με μπριγιάν...
---

Θεσσαλονίκη, 14/11/2016

11 Οκτ 2016

Η πτήση των ευτυχισμένων ανθρώπων

Οι επιβάτες για την πτήση της Μόσχας ήταν μετρημένοι... Δε χρειάστηκε χρόνος και προσπάθεια να τους δει όλους. Τους κοίταξε έναν, έναν διακριτικά, από εκεί που καθόταν, δίπλα στην πύλη εξόδου, έτοιμη και  ταχτοποιημένη με τη μικρή βαλίτσα της και το διαβατήριο στο χέρι. Δεν άνοιξε το τάμπλετ, ούτε το βιβλίο για μην ξεχαστεί πάλι και συμβεί κάτι ανάποδο….

Για να περάσει ώρα η Νάντια, αποφάσισε να μελετήσει τους συνεπιβάτες της, κάνοντας δικά της σενάρια για τις ζωές των άλλων. Ήθελε να δει πως νιώθουν οι άνθρωποι που σε λίγα λεπτά θα πετούν στον ουρανό.  Της άρεσε να γράφει σενάρια με το μυαλό της, κοιτάζοντας αγνώστους. Έτυχε,  κάποιες φορές να βγουν αληθινά. Είχε την ικανότητα να βλέπει περά από την επιφάνεια. Αλλά πολλές φορές  έπεφτε έξω και μετά ντρεπόταν και  σκεφτόταν απολογητικά: “Κοίτα να δεις, έκανα λάθος…εκπέμπεις τέτοια μητρότητα, αυτάρκεια, πίστεψα πως είσαι παντρεμένη έχεις ευτυχισμένο γάμο και τουλάχιστον τρία παιδιά!» είπε σε μια συμπαθέστατη κυρία που γνώρισε σε μια παρέα. Ενώ η νέα φίλη της ομολόγησε, πως  δεν είχε παντρευτεί ποτέ της, και πως νιώθει αφόρητη μοναξιά…  

«Μα γιατί δείχνει ευτυχισμένη; ενώ πιστεύει  πως δεν είναι; Πως γίνεται αυτό;» αναρωτιόταν και  δεν μπορούσε να καταλάβει που βρίσκονται και αποτυπώνονται  τα σημάδια  της ευτυχίας στον άνθρωπο. Στα μάτια, σίγουρα, εκεί  μέσα δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα…
Και τώρα κοιτάζοντας τους επιβάτες  έψαχνε να βρει από μέσα τους , αυτούς που ήταν ευτυχισμένοι.  Σε στιγμές αναμονής, ειδικά σε ουρές ή σε πτήσεις όπου οι άνθρωποι γίνονται υπάκουοι, σιωπηλοί, αληθινοί, αφημένοι στην τύχη. Σε λίγο   απογειώνονταν  για ένα  ταξίδι, όλοι έβαζαν δυνητικά  τη ζωή τους σε κίνδυνο… Στην αρχαιότητα  ο φόβος του ταξιδιώτη ήταν αλλιώτικος. Ο φόβος του ήταν μια συνήθεια… Άφηνε τη ζωή του  στο θέλημα του Θεού, που μόνο αυτός ξέρει για τη συνέχεια της ζωής του καθενός… Τα χρόνια τα παλιά, τα ιστορικά  οι άνθρωποι δεν ανέβαιναν ποτέ στον ουρανό. Πετούσαν μόνο στα όνειρα τους  και στα παραμύθια μαζί με τους ήρωες …

Πέρασε  τρέχοντας από δίπλα της ένα τρίχρονο αγόρι. Έφτασε στο κέντρο της αίθουσας και πέταξε στη μέση το αυτοκινητάκι του. Μετά  γύρισε στη μητέρα του ζητώντας γκρινιάρικα το τάμπλετ της.   Του το έδωσε. Ο μικρός αμέσως σοβάρεψε. Κάθισε ικανοποιημένος σε μια θέση δίπλα της. Άνοιξε το τάμπλετ με μια άνεση και γνώση σα να το έχει μάθει από την ώρα της συλλήψεις του στην μήτρα  και  άρχισε να σερφάρει.  Η έκφραση του προσώπου του αλλοιώθηκε. Τώρα έμοιαζε πως  θα γίνει μετά από 15-20 χρόνια. Νεαρός άνδρας.  
Η μητέρα του παιδιού σηκώθηκε κουρασμένα, πήγε μάζεψε το πεταμένο αυτοκινητάκι…Όταν γύρισε του είπε αδιάφορα:  «Αγάπη μου, δεν πετάμε τα παιχνιδάκια, καλά;» Το τρίχρονο την κοίταξε αφηρημένα και πάτησε με δύναμη το ταμπλετ, δίνοντας να καταλάβει ότι το πραγματικό του παιχνίδι είναι μόνο αυτό! 
Μια κοπέλα όρθια γέλασε δυνατά  με μεγάλο ενθουσιασμό. Μάλλον κάτι καλό άκουσε στο κινητό που μιλούσε πολύ ώρα.
Όλοι γύρισαν να δουν ποιά γελά. Έδειξαν ενοχλημένοι από την υπερβολική χαρά της.  Είχε χαλάσει τη σιωπή της αναμονής.
Οι περισσότεροι ήταν καθιστοί  με τα διαβατήριο στα χεριά, περίμεναν να περάσουν να σύνορα μεταξύ Γης  και Ουρανού.
Θυμήθηκε τους πρόσφυγες  καθιστούς στο χώμα στην Ειδομένη.
Πήγε από κει μια μέρα με την Αγγέλα για  να βοηθήσουν τους εθελοντές.
Τους  λυπήθηκε τόσο πολύ, σφίχτηκε η καρδιά της, η ψυχή της  πόνεσε και  τα μάτια της δάκρυσαν.
Πριν μήνες, την άνοιξη, όταν ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη σαν τα αποδημητικά πουλιά που έχασαν την ικανότητα να «διαβάζουν» το χάρτη του ουρανού, πέρασε   μαζί με το φίλο της, τον Λάζαρο, από Αριστοτέλους,  για δουν πως είναι.  Το πρόσωπο του Λάζαρου αμέσως σκοτείνιασε, δεν είπε τίποτα. Ήταν ζωγράφος που λάτρευε την τέχνη της αρχαίας Ανατολής. Είχε πάει στη Συρία στις εποχές ειρήνης.    Θα ήθελε κάτι καλό να πει στους ανθρώπους αυτούς, που αν και αγνώστοι, ήταν σαν να τους ήξερες όλους, και δεν χρειαζόταν καμιά κουβέντα.  Την ίδια μέρα έγραψε ένα ποίημα.

Ήρθαν σπίτι μου
Πρόσφυγες
Δεν κτύπησαν
Την πόρτα μου
Στην καρδιά μου
Κτύπησαν.
Ξαπλωμένοι στο τσιμέντο 
Της Αριστοτέλους
Σκεπασμένοι με δέντρα
Του πάρκου στη
σκιά της
Αρχαίας αγοράς,
Δεν μιλούσαν
Μόνο με κοιτούσαν
Με βλέμματα
Μου είπαν 
Την ιστορία τους.

Τους κοιτούσα
Κ εγώ
με το μάτια μου
τους είπα:
«Τα ξέρω όλα,
να μην ανησυχείτε.
Τα πέρασα.
Ο φόβος
της φυγής
μου έμενε ακόμα.
Όλοι πρόσφυγες
Είμαστε σε αυτόν τον
πλανήτη,
τη Γαία.

Τους είπα επίσης
Ότι είμαι και εγώ
Από τη Συρία
Και ίσως από το Ιράκ,
Την Τουρκία,
Την Ρωσία,
Την Ουκρανία…
Αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς.

Τους είπα και ένα μυστικό: 
ότι δεν μπορούν να φύγουν
αλλού.
Οι δρόμοι μπερδεύτηκαν
και δεν οδηγούν  πουθενά
σε αυτήν τη Γη να πάνε.

Μόνο αν έβγαζαν φτερά
Στον ουρανό να πετάξουν
Εκεί, που δεν υπάρχει πατρίδα
αλλά εκεί
θα βρουν τον Θεό
Παντοδύναμο
Ξέρει μόνο αυτός να τους δώσει
ζωή και ειρήνη.
----
Τους κοιτούσα
με στόμα κλειστό
Δεν είχα λόγια να πω...

«Πολύ καλό το ποίημα σου! Αλλά τί τον ήθελες, τον Θεό στον ποίημα; Το χάλασες!» της  είπε η φίλη της,Νόνα. Η Νόνα δεν πίστευε στο Θεό. Έτσι έλεγε. Αλλά η Νάντια  θεωρούσε  πως δεν υπάρχουν άθεοι άνθρωποι. «Μπορείς να γεννηθείς χωρίς πατέρα; Κάποιον πατέρα θα έχεις, ακόμη και αν δεν το ξέρεις!»  της απάντησε. Η Νόνα δεν ακούει ποτέ τέτοιες κουβέντες, της φαίνονται αστείες.. Η απάντηση της είναι μόνο ένα χαμόγελο, από αυτά που στέλνεις για να κόψεις τη συζήτηση. 

Τότε στην Ειδομένη ένα-έναν κοιτούσε  τα πρόσωπα  των ανθρώπων που ήταν ξαπλωμένοι και καθιστοί στο χώμα. Παρατήρησε  ότι  γυναίκες, άνδρες , παιδιά, και κάποιοι  γέροι έδειχναν ήρεμοι και ευτυχισμένοι. Στην αρχή σκέφτηκε ότι  από ευγένεια δείχνουν στους Έλληνες,  που ήρθαν να βοηθήσουν, πως είναι καλά, να μην ανησυχούν για αυτούς τόσο πολύ. Τα προσφυγόπουλα  ήταν όλα με ένα χαμόγελο στα προσωπάκια τους.  Περίμενε να δει ανθρώπους δύστυχους λασπωμένους μετά τη βροχή, κρυωμένους.  Στο δρόμο όλο σκεφτόταν πως θα τους αντικρίσει.
Τελικά είδε ανθρώπους  περήφανους με αξιοπρέπεια. Μια γυναίκα την κοίταξε στα μάτια και αυτή είναι πολύ καλά,  μέσα της είχε απεριόριστη ευτυχία που ζει. Αισθανόταν δυνατή, ηρωίδα αφού κατάφερε και  έφυγε  από το θάνατο, τον πόλεμο.
Η λάσπη  και  η βροχή δεν ήταν τίποτα το φοβερό για αυτούς. Τώρα όλοι τους  αγαπούσαν και τη λάσπη, ήξεραν ότι μόλις βγει ο ήλιος, θα στεγνώσει, θα γίνει σκόνη. Ένιωσε τότε σα να ήταν συνδεμένη με έναν μακρύ ομφάλιο λώρο με όλους τους ανθρώπους γύρω, που ήταν ευτυχισμένοι μέσα στην υγρή λάσπη.   
Στην επιστροφή η Αγγέλα πολύ κουρασμένη, όλο έλεγε πως τους λυπάται, αυτούς τους ανθρώπους που είναι στο πουθενά και πόσο δύστυχοι είναι. Δεν την αντιμίλησε. «Μα ήταν ευτυχισμένοι, τα πρόσωπα τους με ανοιχτά βλέμματα χωρίς φόβο πια.. Έμειναν ζωντανοί, αυτό είναι  όλο – να μείνεις ζωντανός! », σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα στη φίλη της , την άφησε να στενοχωριέται  γιατί έτσι η Αγγέλα αισθανόταν ότι συμμετέχει στον πόνο των άλλων.

Είχε «μετρήσει» σχεδόν όλους τους επιβάτες σα να ήταν υπάλληλος της αεροπορικής εταιρίας. Της φάνηκε αστείο, αυτή η εμμονή που είχε να μετρά  τους επιβάτες της πτήσης. Ήταν 50, αλλά μπορεί και λίγο παράπονο  σε  αεροπλάνο των  300 θέσεων.
"Άραγε συμφέρει να μεταφέρεις τόσο λίγα άτομα;", σκέφτηκε ενώ στην ουσία ποτέ δεν ήξερε να μετρά  κέρδη.   
Στην Ειδομένη είχε γνωρίσει ένα  κορίτσι περίπου 12 χρονών. "Πάμε Γερμανία.  Εκεί μας περιμένουν, θα έχουμε από την αρχή επιδόματα - βοήθεια μέχρι που να μάθουμε γερμανικά, και μετά οι γονείς μου θα δουλέψουν, ενώ εγώ και ο μικρότερος μου αδελφός αμέσως, μόλις φτάσουμε, θα πάμε σχολείο!» έλεγε κάνοντας όνειρα. Μιλούσαν στα γαλλικά που έμαθε το κοριτσάκι στη Συρία.  Και η Νάντια  ήξερε  πολύ καλά γαλλικά, τα οποία  είχε  σπουδάσει στο φιλολογικό τμήμα του Κρατικό Πανεπιστήμιο του Πιατιγκόρσκ.   Την δωδεκάχρονη την έλεγαν Σάρα, σαν την προγιαγιά  της Νάντιας. Δεν την θυμόταν καλά, αλλά θυμόταν τις χειροποίητες κούκλες που της είχε φτιάξει. Έπαιζε μαζί τις πολλά χρόνια μέχρι που μεγάλωσε. Όλες οι τέσσερες κούκλες ήταν κορίτσια, αλλά με διάφορα φορέματα και διαφορετικούς χαρακτήρες. «Σε κάποια κουτί της αποθήκης στο σπίτι, στη Ρωσία πρέπει να είναι ξεχασμένες… Να πάω από κει, να τις βρω, να τις φέρω στην Ελλάδα!» σκέφτηκε.   Η Σάρα την ρώτησε αν έχει παιδιά,  ήταν  έξυπνο και χαρούμενο κορίτσι, δεν είχε χάσει ούτε τη μητέρα της ούτε τον πατερά της ούτε τα αδέλφια της. Όλη η οικογένεια ήταν μαζί.  
«Ναι, έχω. Δυο παιδιά, αλλά είναι μεγαλύτερα από σένα. Κορίτσι και αγόρι και οι δυο σπουδάζουν», της απάντησε.
-----
Κοίταξε γύρω της. Πίσω από τη τζαμαρία του αεροδρόμιου φαίνονταν τα αεροπλάνα που τα εφοδίαζαν με καύσιμα. Έδειχναν σα γουρουνάκια , καθαρά, χαριτωμένα. Πράγματι το αεροπλάνο έχει μια μορφή που γαληνεύει το μάτι, τη στρογγυλάδα του, που το κάνει χαριτωμένο.   Εκεί που αθώα στέκονται στο έδαφος, ξαφνικά βάζουν τη δύναμη τους, ανεβαίνουν σαν πούπουλα στον ουρανό και πάνε σαν σφαίρα , σκίζοντας τα σύννεφα και το χρόνο... Το αθώο αεροπλάνο γίνεται ένα κλειστοφοβικό όχημα που μεταφέρει φοβισμένους ανθρώπους από μια άκρη της Γης στην άλλη.
Από τον φόβο της πτήσης κάθε φορά η Νάντια κάτι ξεχνούσε. Μια φορά το διαβατήριο, άλλη μια φορά ξέχασε να ξυπνήσει  στην ώρα της, πριν χρόνια κατάφερε να χάσει ακόμα και  την πτήση ενώ ήταν ήδη στο αεροδρόμιο.
Ήταν και το τραγικό δυστύχημα. Πριν πολλά χρόνια, το καλοκαίρι  στο Άντλερ, έπεσε λίγα μετρά μακριά από την κεντρική  πλαζ το αεροπλάνο μετά την απογείωση. Ήταν γεμάτο ευτυχισμένους ξεκούραστους μαυρισμένους από τον ήλιο   ανθρώπους, παραθεριστές που επέστρεφαν σπίτια τους  από το καλύτερο στη χώρα  θέρετρο.
Ο τρόμος στην πόλη ήταν μεγάλος  και οδυνηρός . Πήγε με τους φίλους της στην παραλία να δει την τραγωδία. Η θάλασσα δεν είχε καθόλου κύματα. Μια τρομακτική σιωπή παντού. Η πλαζ άδεια. Ακόμα και  τα πουλιά, οι γλαροί, εξαφανίστηκαν. Μέσα στη θάλασσα, πεντακόσια μέτρα μακριά από την ακτή, έπλεαν πολλά  σκάφη. Έψαχναν για τυχόν επιζώντες. Λίγοι άνθρωποι  στην παραλία έρχονταν και  γρήγορα έφευγαν. Κανείς δεν ήθελε να πιστέψει, πως περίπου 300 άνθρωποι χάθηκαν σε μια στιγμή μέσα στα σκοτεινά  νερά της Μαύρης θάλασσας.
Για πρώτη φορά τότε, δεκαπέντε χρονών κορίτσι , συνειδητοποίησε πως η ζωή μπορεί να αλλάξει σε ένα δευτερόλεπτο, και ότι είναι ματαιόδοξο να νομίζει κανείς, ότι μπορεί να την κουμαντάρει ...

Δεν είχε δει ποτέ πόλεμο. Η τύχη της γενιάς της.  Αλλά είχε δει έργα κινηματογραφικά για τον πόλεμο. Δεν άντεχε τον πόλεμο ούτε στο σινεμά, ούτε στη λογοτεχνία…Μια φορά στην ποιητική βραδιά  ξέσπασε σε λυγμούς όταν απάγγελνε ένα ποίημα του Σίμονωβ με τίτλο: «Περίμενε με» … ήταν το γράμμα ενός  στρατιώτη από το μέτωπο στην αγαπημένη του. Έτσι άδοξα κατέβηκε από τη σκηνή. Μετά ντρεπόταν πολύ για την αδυναμία και την ευαισθησία της. Μπορεί ήταν και το όνειρο που είδε έξι χρονών, Ένα φρικτό όνειρο και δεν ξεχνιόταν. Μαζί με τον αδελφό της που τον είχε στην πλάτη έφευγε από το θάνατο. Την κυνηγούσαν  φασίστες πάνω ένα τεράστιο όχημα. Ήταν μια κομπίνα. Οι φασίστες με κάσκες ήθελαν να τους σκοτώσουν με αυτόματα όπλα.  Ο μικρότερος  αδελφός της από φόβο έσφιξε με δύναμη το λαιμό της με τα χεράκια του. Θυμάται,  ο φόβος της σφαίρας ήταν μεγαλύτερος από  την ασφυξία. Τον φόβο της φυγής η Νάντια  δεν ξεχνούσε  για πολλά χρόνια, παρά μόνο όταν μεγάλωσε και γέννησε το πρώτο της παιδί.  
Τελικά  όλη η διαδρομή της ζωής του ανθρώπου γίνεται  γύρω του...
Συνέχεια κάνουμε κύκλους, ενώ νομίζουμε ότι πάμε κάπου ευθεία. Ένα, δυο, τρία, τέσσερα..  Μια βλέπουμε νότια, μια βόρεια, μια ανατολικά , μια δυτικά…Δεν έχει τέλος, όμως.

Στο αεροπλάνο η Νάνται συνήθως καθόταν στο διάδρομο για περισσότερη ελευθερία. Θυσίαζε τη θέση στον παράθυρο με θεά τον ουρανό και τα  ωραία πυκνά  σύννεφα που μοιάζουν βουνά και παρχάρια μέσα στην ομίχλη. Οι περίπου πενήντα επιβάτες σκορπίστηκαν στο άδειο αεροπλάνο…Το αεροπλάνο γρήγορα ανέβηκε στο απέραντο του ουρανού και σταθεροποίησε την ταχύτητα του.  
«Ο δρόμος για τον Παράδεισο από εδώ πάνω, από τα σύννεφα, είναι πιο κοντινός», σκέφτηκε έκλεισε τα μάτια.
Στην ίδια σειρά, στο παράθυρο,  καθόταν ένας νεαρός με μουστάκια και γένια. Διάβαζε ένα βιβλίο. Μισάνοιξε το αριστερό της μάτι να  δει καλά  τον τριχωτό νεαρό. Δεν έμοιαζε τίποτα.  Ούτε αναρχικό - επαναστάτη, ούτε τον έλεγαν μάγκα, ούτε ιερέα .
Ο νεαρός έπιασε  το κρυμμένο της βλέμμα, γύρισε και την χαμογέλασε.
"Έχει καλό χαμόγελο, πρέπει να’νε καλό παιδί,» σκέφτηκε και αποκοιμήθηκε...
Πέρασε περίπου μια ώρα και  την ξύπνησε ο νεαρός. Την άγγιξε τρυφερά στο ώμο, ζητώντας να τον αφήσει να βγει από την θέση, να πάει τουαλέτα. Όταν γύρισε της είπε: «Ξανά σας ζήτω συγγνώμη, που σας ξύπνησα, κοιμόσαστε   πολύ καλά, σας είδα, αλλά έπρεπε να βγω. Με λένε Νικόλα, εσάς;
-Νάντια.
-Από που προέρχεται;
-Από Ναντέζντα
-Ακόμα πιο σπάνιο, πρώτη φορά το ακούω...
- Είναι ρωσικό όνομα.
-Ααα, είπε ο νεαρός. Κατάλαβα, είσαστε Ρωσίδα!
-Όχι, είμαι Ελληνίδα που γεννήθηκα στη Ρωσία.

Ο Νικόλας χαμογέλασε συγκαταβατικά.

Η Νάντια δεν είχε όρεξη για συζήτηση,  αλλά είπε να του εξηγήσει τί σημαίνει το  όνομα της:
-Το Νάντια είναι από  Νατέζντα, που  σημαίνει «Ελπίδα».
- Γιατί δεν το αλλάξατε; Μπορούσατε να το αλλάξετε!
- Ναι, αλλά όταν πήρα την ιθαγένεια, το κράτησα. Το  «Ελπίδα» είναι ωραίο, αλλά ασυνήθιστο για μένα όνομα, κράτησα αυτό που συνήθισα από μικρή. Όλος ο κόσμος με ξέρει «Νάντια», δεν ήθελα να είμαι κάποια άλλη.

-Σίγουρα, είναι πιο εύκολο να έχουμε ονόματα με τα οποία μας φώναζαν όταν είμαστε μικρά, τότε δεν χανόμαστε,  είμαστε πιο ασφαλείς, πιο ευτυχισμένοι, είπε ο νεαρός .

-Φυσικά, απάντησε και χαμογέλασε στο νεαρό, που όλα τα καταλάβαινε σωστά.  Έβγαλε από τη τσάντα της  τη μάσκα και έκλισε τα ματιά με αυτήν.   Αμέσως δημιουργήθηκε «τοπικό» σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που μπορεί πάντα να φύγει, μόλις το θελήσεις. Ένιωσε  ευτυχισμένη που τώρα θα  κοιμάται, ενώ το αεροπλάνο, θα σκίσει τον ουρανό με  ταχύτατα «του φωτός»,  να την  πάει   γρήγορα  στον προορισμό.

Σοφία Προκοπιδου,
Θεσσαλονίκη, 2016.10.10









29 Ιουλ 2016

Στο λιβάδι της αγάπης



Η Μάγια δεν βαριόταν καθόλου που έμενε μόνη της… Όλη μέρα είχε να κάνει πολλά πράγματα. Βασικά της άρεσε πολύ το μικρό πράσινο λιβαδάκι που έφτιαξε η Στέλλα. Ολόκληρα τέσσερα στρέμματα γης, με χοντρό χαλί από πρασινάδα. Αισθανόταν πριγκίπισσα, γατί ήξερε ότι όλα στην οικογένεια στρέφονται γύρω από αυτήν. Η Μάγια αισθανόταν πως η Στέλλα ούτε στιγμή δεν έπαυε να την σκέφτεται, ακόμα και όταν ήταν στη δουλειά, κάπου μακριά στην πόλη ή μαζί με τον Γιώργη στα μελίσσια. Είχαν μελίσσια. Οι μέλισσες τούς απασχολούσαν όλη την ώρα, αλλά η Μάγια ήξερε πως δεν τα αγαπούν όπως αυτήν. Έβγαζαν μέλι από τις μέλισσες  και το πουλούσαν, ενώ  η Μάγια δεν τους έδινε τίποτα, ούτε γάλα, ούτε την καβαλούσαν, ούτε την έβαζαν να κάνει αγγαρείες, αφού για όλες τις μεταφορές είχαν ένα φορτηγάκι. Πάντα την κοιτούσαν με μάτια λιγωμένα με αγάπη- παχύ στρώμα αγάπης, που δεν φεύγει, ούτε με δάκρυα.
Η Μάγια ήταν μια φοράδα ολόλευκη, δεν ήξερε ποιας ράτσας είναι, αλλά ήξερε ότι είναι όμορφη. Το άκουγε συνέχεια από τους ανθρώπους… Άκουγε φωνές χαράς και θαυμασμού από τους φίλους της Στέλλας στενούς και περαστικούς. Και η Μάγια έκανε ότι μπορούσε να δώσει περισσότερη χαρά στους ανθρώπους αυτούς. Πρώτα, ένα περπάτημα  από την μιαν άκρη του λιβαδιού της μέχρι την άλλη. Τα βήματα αργά αλλά με ένταση για να νιώσουν οι θεατές τη δύναμη της, το κεφάλι της το κρατούσε σταθερά με το βλέμμα μπρος. Αλλά κρυφά, με ένα μάτι, έβλεπε πως την κοιτούσαν οι επισκέπτες και την φωτογράφιζαν. Όταν έφτανε στο τέλος του οικοπέδου, σταματούσε λίγο. Ποτέ δεν ερχόταν κοντά στους ανθρώπους, αν δεν το ζητούσε η Στέλλα. Και μετά έκανε την ίδια διαδρομή επιστέφοντας στην άλλη άκρη του λιβαδιού της. Δεν πλησίαζε ανθρώπους, όχι που τους φοβόταν,  καθόλου δεν τους φοβόταν, απλά ήξερε ότι  από μακριά είναι πιο ωραία να τη βλέπουν, και δεν ήθελε να χαλάσει το παραμύθι τους. Η Μάγια παρόλο που ήταν άλογο είχε  σχεδόν ανθρώπινο μυαλό και ήξερε ότι οι άνθρωποι καλύτερα  καταλαβαίνουν τους άλλους, όταν είναι απομακρυσμένοι, και όταν πλησιάζονται  αρχίζουν να συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλους και να νομίζουν ότι είναι καλύτεροι και σοφότεροι και ότι τα ξέρουν  όλα…


Μερικές φορές όταν δεν ήταν κάνεις σπίτι και δεν ακουγόταν μουσική από τα ηχεία που υπήρχαν στην αυλή  του σπιτιού της Στέλλας,  τη Μάγια έπιανε η νοσταλγία για τον Κωνσταντή. Και αυτός άλογο ήταν. Η ψυχή του σίγουρα  μπορεί να ήταν ανθρώπινη, γιατί η ψυχή πάει όπου θέλει. Πόσες ανθρωπινές ψυχές πήγαν στα ζώα και ψυχές ζώων σε ανθρώπους! Αυτό δεν το ξέρει κανείς, μετά, στη διάρκεια ζωής αποκαλύπτεται, μα όχι πάντα.
Η Μάγια είχε ακούσει από τη Στέλλα για την κακή μοίρα του Κωνσταντή, πριν  τον πάρει και του αλλάξει τη ζωή. Αλλά οι πληγές και αν κλίνουν, μένουν οι ουλές, που είναι χαραγμένες μνήμες. Στο σύγχρονο κόσμο υπάρχουν τεχνικές, όπως το λέιζερ, που εξαφανίζει τις ουλές, ενώ δεν μπορεί να κάψει το κουμπάκι στον εγκέφαλο που κρατεί την  μνήμη της πληγής… Βλέπετε, και στους ανθρώπους όπως και στα άλογα είναι τα ίδια προβλήματα - δύσκολα ξεχνούν το κακό – την πληγή τους.
Μια φορά η Μάγια άκουσε από έναν καθηγητή, που ήταν φίλος της Στέλλας, ότι οι άνθρωποι αν και ήρθαν στη ζωή για να είναι ευτυχισμένοι, δεν το θέλησαν…  Πέσανε στην αμαρτία για να έχουν δρόμο προς την αγιότητα… Και μέσα στην ταλαίπωρη  ζωή τους εκμεταλλεύονται  τα ζώα, που είναι κατώτερα τους…
«Όχι! σκέφτηκε τότε η Μάγια. Εγώ  δεν είμαι ζώο, άλογο είμαι!» και του το είπε με τον τρόπο της, αφού του γύρισε την πλάτη, έφυγε απέναντι στον φράκτη του λιβαδιού, χωρίς να κουνήσει την ουρά της. Φεύγοντας απέναντι άκουσε την Στέλλα να λέει στον καθηγητή: «Πρόσεχε πως μιλάς! Η Μάγια τα καταλαβαίνει όλα!». Ο επισκέπτης κοίταξε σκεπτικός  τη Μάγια που ήδη ήταν μακριά του, και είπε: «Μπορεί, αλλά δεν παύει να είναι ζώο- όχι άνθρωπος,  αυτό  δεν αλλάζει..»
Εδώ η Στέλλα δεν απάντησε. Δεν έμπαινε στη διαδικασία της διαφωνίας με κανέναν, απλά αυτοί που δεν την καταλάβαιναν, ποτέ ξανά δεν ερχόταν σπίτι της. Έκανε «τα μαγικά» και τους «εξαφάνιζε» από το κοντά της.
Μια φορά η Μάγια άκουσε πως μια καλή φίλη ρώτησε την Στέλλα: «Που είναι ο Κωνσταντής;»
‘Έφυγε!» - απάντησε η Στέλλα.
«Έφυγε… που»; την ρώτησε ξανά.
«Έφυγε στα απέραντα λιβάδια και είναι εκεί ευτυχισμένος!»
«Και που στα μέρη μας βρίσκονται τέτοια λιβάδια; Έχουμε;» επέμενε η άλλη.
Η Στέλλα δεν της απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Της άρεσε, πως η γυναίκα  αυτή, που δεν ήταν και ξένη,  δεν καταλάβαινε  ότι το «έφυγε» σήμαινε «πέθανε»… «Σαν να ζει ο Κωνσταντής μου!», σκέφτηκε η Στέλλα.
Ο Κωνσταντής με το μυαλό και την ψυχή που είχε θα μπορούσε να ζήσει 45 χρόνια, όσο ζουν τα άλογα, αλλά η μοίρα του ήταν ταλαίπωρη και έφυγε στα 25 του…
Η Στέλλα τον είδε πρώτη φορά στον πάρκο του Αγίου Νικόλαου, κοντά στη Νάουσα. Δεν πήγε εκεί τυχαία, έψαχνε να αγοράσει ένα άλογο, και της είπαν, πως πουλιέται εκεί ένα από αυτά τα τουριστικά, που κάνουν βόλτες τους τουρίστες στο πάρκο… Μόλις τον είδε ήταν σίγουρη πως θα τον πάρει, ότι χρήματα και αν ζήταγε το αφεντικό του. Ο Κωνσταντής την κοίταξε μέσα στα μάτια, στην ψυχή της και κάπου εκεί, στη διαδρομή του κοιτάγματος  συναντήθηκαν, έγιναν ένα οι ψυχές τους. Η Στέλλα ήξερε ότι ήταν άρρωστο άλογο, είχε καρκίνο, ταλαιπωρημένο και θλιμμένο, αδύνατο και απελπισμένο, ετοιμαζόταν για το τέλος της ζωής του. Το αφεντικό του δεν το λυπόταν, δεν τον έτρεφε καλά, συνέχεια  έβαζε φωνές, πολλές φορές το κτυπούσε και το θεωρούσε δύσκολο χαρακτήρα. Αλλά ο Κωνσταντής δε μισούσε το αφεντικό, τον λυπόταν πολύ. Ήταν ανόητος  άνθρωπος, μοναχικός, άλλαζε συνέχεια γυναίκες. Φαίνεται καμιά δεν τον ήθελε για αυτό  ξεσπούσε στον Κωνσταντή. Οι γυναίκες σαν τα άλογα, το μόνο που θέλουν είναι η κατανόηση που είναι η ίδια με την αγάπη και χωρίς ανταλλάγματα. Αν μιλούσε  ο Κωνσταντής με ανθρώπινη μιλιά, θα του έλεγε το μυστικό πως να κρατήσει μια γυναίκα. Ήταν απλό, πρέπει πρώτα να ήταν καλός μαζί του, με το άλογο του, και τότε θα έβρισκε γρήγορα τη γυναίκα της ζωής του…
Πολλές φορές προσπαθούσε να του τα πει με το βλέμμα του, αλλά ο ακατανόητος δεν άντεχε το βλέμμα του Κωνσταντή.
Μια φορά  ο Κωνσταντής ήθελε να του φέρει μία - από αυτές τις τουρίστριες που τον καβαλούσαν και βόλταραν στον πάρκο. Πάντα καταλάβαινε τον χαρακτήρα κάθε μιας γυναίκας. Αν  είναι τρυφερή ή άγρια, δοτική, ή αρπαχτική, έξυπνη ή χαζή, όμορφη ή άσχημη… Αφού τις έβλεπε, τις άκουγε, τις μύριζε… Όλες τον άγγιζαν με τα σώματα τους.  Ήταν μερικές από αυτές, που τον έβλεπαν σαν Ζώο, αν ήθελε να τις σπρώξει κάτω, θα το έκανε, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Περίμενε την στιγμή που θα κατέβουν μόνες τους… Είχε υπομονή να περιμένει την απόφαση του άλλου.
Μια φορά ήρθε ένα ζευγάρι νέων να κάνουν βόλτες με άλογα. Ο νεαρός  πήρε τη φοράδα, τη Σίσυ, και η κοπέλα τον Κωνσταντή. Ήταν φοβιτσιάρα, αλλά ήθελε να δοκιμάσει πως είναι εκεί, πάνω στο άλογο, σε «ένα ζωντανό κινούμενο βουνό», όπως είπε. Ο νεαρός καβάλησε την Σίσυ και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα, αφήνοντας την κοπέλα του. Αυτή, μόλις  ανέβηκε πάνω,  είπε πως θέλει αμέσως να κατέβει κάτω. «Δεν θα καταφέρω, φοβάμαι πολύ!» είπε στο αφεντικό τού Κωνσταντή.
Το αφεντικό της λέει: «Μη φοβάσαι .. εγώ εδώ είμαι!» Αλλά η κοπέλα φοβόταν τόσο πολύ που άρχισε να τρέμει. Ο Κωνσταντής είχε αισθανθεί   ότι περισσότερα φοβήθηκε που έμενε μόνη, γιατί ο νεαρός έτρεξε μακριά της με μεγάλο ενθουσιασμό για την περιπέτεια. Ο Κωνσταντής  σκέφτηκε με λύπη, κρίμα είναι που δεν μπορεί να μιλάει σαν άνθρωπος,  θα της έλεγε να μην τον παντρευτεί ποτέ... «Έφυγε ο βλάκας και την  άφησε και αυτή τώρα χλόμιασε από φόβο πάνω μου, τι θα κάνω τώρα; και ξεκίνησε να περπατά πολύ προσεκτικά, για να μην πατήσει καμιά πέτρα ή μπει σε καμιά λακκούβα… Έτσι σιγά-σιγά περπατήσανε και η κοπέλα γρήγορα ηρέμησε, έπαψε να τρέμει και άρχισε να κοιτά δεξιά-αριστερά να παρατηρεί την ομορφιά της φύσης. Όταν επέστρεψαν από τη μισάωρη βόλτα,  ο νεαρός με τη Σίσυ την περίμενε ήδη, έτρεξε κοντά της να  την φιλήσει, λέγοντας πως πήγε πολύ καλά η βόλτα του. Η κοπέλα δεν του έδωσε τα χείλια της, ούτε το μάγουλο, και τα χέρια τα κρατούσε στις τσέπες του μπουφάν της. Μετά γύρισε να δει τον Κωνσταντή, και τον φίλησε στο κεφάλι του χωρίς ίχνος φόβου.
«Μπράβο, κοπέλα μου!» της «είπε»  ο Κωνσταντής και η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια και του «είπε» «Τώρα δεν φοβάμαι- σε ευχαριστώ, Άλογό μου»…
«Μου είπε «μου», με αγάπησε! σκέφτηκε ευτυχισμένα  ο Κωνσταντής και κούνησε την ουρά με πολύ αέρα,  σαν να ήταν πουλαράκι … 

Η Στέλλα πριν πάρει τον Κωνσταντή, τον είχε δει στο όνειρο της. Και να όνειρά της πολλές φορές ήταν προφητικά. Είχε μια ιδιαίτερη θεωρητική σχέση και ανεξήγητη πλατωνική αγάπη  για τα άλογα… Της ήρθε η ιδέα ότι  κάποτε  ίσως στην άλλη ζωή ήταν άλογο. Η αν ακόμα ήμουν άνθρωπος κάποτε, σε αυτήν την ζωή η ψυχή που έχω ήταν  του αλόγου…. Τα μακριά μαλλιά της Στέλλας μέχρι τη μέση  πάντα αφημένα θυμίζουν τη χαίτη.  Αυτά τα μαλλιά  δεν την ενόχλησαν ποτέ, ακόμα όταν έκανε πολύ ζεστή, τα καλοκαίρια, δεν τα μάζευε… Και το πρόσωπο της είχε αυτήν την πρωτόγονη αθώα έκφραση της απόλυτης κατανόησης, αφοσίωσης, εξυπνάδας, καλοσύνης και ευγένειας που έχουν τα άλογα. Και η μύτη της ήταν μεγάλη, αλλά ωραία και τα ρουθούνια, ήταν μέρος του προσώπου της που διέκρινε κανείς αμέσως.  Από μικρή  στα όνειρα της όλο λιβάδια έβλεπε και άλογα… Ίσως για αυτό το μεγάλο οικόπεδο 4 στρεμμάτων που κληρονόμησε από τη γιαγιά της, το κράτησε, δεν το πούλησε. Της το ζήτησαν πολλές φορές να το αγοράσουν, αλλά η Στέλλα, παρόλο που είχε ανάγκη τα χρήματα, δεν υπέκυψε … Το κούρευε στα τακτά διαστήματα και τα χόρτα στρωθήκαν σαν το παχύ χαλί… Το έκανε λιβαδάκι. το κοιτούσε από τη βεράντα ενώ έπινε τον καφέ της και άκουγε τη μουσική…
Πέρασαν χρόνια και η Στέλλα δεν παντρεύτηκε ακόμα. Την ήθελαν πολλοί άνδρες, γιατί  ήταν καλή γυναίκα, απλή και  αληθινή σε όλα: στην εξυπνάδα, στο νοικοκυριό, στις σχέσεις με άλλους και με άντρες ήταν αξέχαστη.  Αλλά δεν παντρεύτηκε σαν να περίμενε στη ζωή της όχι άνδρα, αλλά ένα  άλογο. Άργησε να καταλάβει πως έμεινε μόνη της. Είχε μόνο φίλους, δεν είχε  σύντροφο να πιούν  μαζί  τον καφέ στη βεράντα, μαζί να βλέπουν  το λιβαδάκι της.
Έτσι μια μέρα πήρε απόφαση να αγοράσει ένα άλογο μιας και  μόνο τότε θα ηρεμούσε. Χρήματα δεν είχε και  αποφάσισε να ψάξει άλογα σε πολύ χαμηλή τιμή, αυτά  που δεν τα θέλουν για διάφορους λόγους  αρρώστιας  ή  γήρανσης ...
Όταν πρωτόειδε τον Κωνσταντή, θυμήθηκε πως ακριβώς αυτόν έβλεπε στα όνειρά της, ήταν και στα ίδια χρώματα, και στο βλέμμα έμοιαζε,  τόσο βαθύ βλέμμα σαν το βλέμμα  του μυαλωμένου ανθρώπου.
Στο σπίτι της τον μετέφερε με το φορτηγάκι, και μόλις κατέβηκε έτρεξε προς το λιβαδάκι, σαν να ήξερε το μέρος αυτό…
Με τον ερχομό του Κωνσταντή στη ζωή της Στέλλας έγιναν διάφορα θαύματα. Το πρώτο θαύμα έγινε όταν  μόλις σκέφτηκε ότι καλό είναι να έχει ο Κωνσταντής παρέα και της έφεραν  μια φοράδα μικρή από ένα στάβλο που διαλύθηκε μετά από κάποιες δυστυχίες των ανθρώπων που το είχαν… Την παρακάλεσαν να πάρει τη Μάγια, έτσι την ονόμασε η Στέλλα, έστω προσωρινά.
Το δεύτερο θαύμα έγινε όταν ο Κωνσταντής γρήγορα από ένα άρρωστο άλογο, ζωντάνεψε και άρχισε να δείχνει απόλυτα γερός – δυνατός.  Σίγουρα, τον βοήθησε η μικρή Μάγια, σαν μεγαλύτερο αρσενικό αισθάνθηκε μεγάλη ευθύνη για αυτήν. Ο καρκίνος του  κρύφτηκε, το διαπίστωσε ο κτηνίατρος.
Τώρα ο Κωνσταντής και η Μάγια έγιναν φιλικό ζευγάρι … Συνέχεια μαζί, ένας πάει σε μια γωνιά του λιβαδιού η άλλη αμέσως εκεί… τριβόντουσαν με τα κεφάλια, σαν να έλεγαν «εγώ για σένα ζω – εσύ για μένα ζήσε!»
Η Στέλλα πήρε μια βαθειά ικανοποίηση, το λιβαδάκι έγινε γεμάτο ζωή,  αλλά πάλι δεν είχε τη χαρά, που πίστευε ότι θα αποκτήσει με τον ερχομό του Κωνσταντή.
Και εδώ ξαφνικά έγινε και το τρίτο θαύμα. Εκεί μέσα στο διαδίκτυο που συνομιλούσε  με πολλούς φίλους, εμφανίστηκε ένας, που αρχικά δεν του έδωσε σημασία, ήταν ένας από πολλούς, που ενδιαφερόταν για τα άλογα… Τα άλογα ήταν το θέμα της διαδικτυακής αυτής ομάδας. Γιώργη τον έλεγαν αυτόν.
Δυο περίπου μήνες συνομιλούσαν και μια μέρα η Στέλλα τον κάλεσε σπίτι της, να δει τα άλογά της. Και ήρθε ο Γιώργης από την μακρινή Πελοπόννησο και έμεινε. Ήρθε για Σαββατοκύριακο και δεν γύρισε: «Βρήκα επιτελούς αγάπη», της είπε.  Η Στέλλα, το σπίτι της, το λιβαδάκι, ο Κωνσταντής και η Μάγια – όλα ήταν γεμάτα με τόση αγάπη, που ο Γιώργης δεν σκέφτηκε καν να πάει πίσω στη ζωή του την γεμάτη θυμούς … Θυμήθηκε ότι τελικά ο αρχαίος Σωκράτης είχε απόλυτο δίκαιο όταν φανταζόταν την ψυχή ως μια αθάνατη ουσία η οποία κινείται στον υπερουράνιο χώρο διαιρεμένη σε τρία μέρη, τα δύο από τα οποία έχουν μορφή αλόγου και το τρίτο μορφή ηνιόχου, το ένα κακότροπο, που συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας, και το άλλο πνευματικό, που συγγενεύει με τους θεούς και μπορεί να ατενίζει το υπερουράνιο κάλλος…
Η  Στέλλα δεν είχε καμιά αμφιβολία  για τον Γιώργη, αφού  δυο μήνες μιλούσαν και τά ‘παν όλα,  της αρκούσε να αγαπήσει ο Γιώργης τα άλογα της και μετά αυτήν την ίδια, σαν έγινε ο Ηνίοχος, που θα τα ισορροπούσε  όλα και θα έφερνε  στη ζωή τους την αγνότητα …
Και πράγματι, η ζωή τους έστρωσε ήρεμα στο ρυθμό του βηματισμού των αλόγων με πέταλα: τουκ-τουκ- τουκ …
Αργότερα έφτιαξαν μελίσσια και το μέλι τους έφερε χρήματα, οικονομική άνεση και μια γλύκα…. Και ο Γιώργης απέκτησε μια  συνήθεια, όταν ήθελε να πει κάτι στη Στέλλα, κάτι σοβαρό, τότε απλά την κοιτούσε μέσα στα μάτια, σαν τον Κωνσταντή, που δεν είχε γλώσσα να μιλήσει …



Σοφία Προκοπίδου, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2016